15Γιορτάζουμε σήμερα 17 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης της Αγίας Σοφίας και των θυγατέρων αυτής, Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης, ας πούμε λίγα λόγια:

Η Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.). Οι τρεις θυγατέρες της Αγίας Σοφίας, πήραν τα ονόματα τους από το χωρίο της Καινής Διαθήκης: «νυνί δέ μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τά τρία ταύτα, μείζων δέ τούτων η αγάπη.» ( Α' Κορινθίους. 13:13).

Η Αγία Σοφία, τίμια και θεοσεβής γυναίκα, γρήγορα χήρεψε και με τις τρεις κόρες της ήλθε στη Ρώμη. Εκεί καταγγέλθηκαν ως φημισμένες χριστιανές. Τότε ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι οι τέσσερις γυναίκες ήταν χριστιανές και διέταξε να τις συλλάβουν.

Αφού απομόνωσαν τη μητέρα, άρχισαν να ανακρίνουν τις κόρες. Πρώτη παρουσιάστηκε στο βασιλιά η δωδεκάχρονη Πίστη. Με δελεαστικούς λόγους ο Ανδριανός προσπάθησε να πείσει την Πίστη να αρνηθεί το Χριστό και θα της χορηγούσε τα πάντα, για να ζήσει ευτυχισμένη ζωή, αλλά αντιμετώπισε το άκαμπτο φρόνημα της νεαρής.

Τα λόγια της Αγίας Γραφής αποτέλεσαν δυναμική απάντηση της Πίστης: «εν πίστει ζώ τή τού υιού τού Θεού τού αγαπήσαντός με καί παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού» (Γαλ. 2: 20) δηλαδή «ζω εμπνεόμενη από την πίστη μου στον Χριστό, που με αγάπησε και έδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου». Τότε, μετά από βασανιστήρια, την αποκεφάλισαν.

Επίσης με τα λόγια της Αγίας Γραφής απάντησε και η δεκάχρονη Ελπίδα, όταν τη ρώτησαν αν αξίζει να υποβληθεί σε τέτοια βασανιστήρια: «ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, ός εστι σωτήρ πάντων ανθρώπων, μάλιστα πιστών» (Α΄ Τιμοθ. 4:10). Δηλαδή, «ναι, διότι έχουμε στηρίξει τις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό, που είναι σωτήρ όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των πιστών». Αμέσως τότε και αυτή αποκεφαλίστηκε.

Αλλά δεν υστέρησε σε απάντηση και η εννιάχρονη Αγάπη. Είπε ότι η ύπαρξή της είναι στραμμένη «εις τήν αγάπην τού Θεού καί εις τήν υπομονήν τού Χριστού» (Β’ Θεσσαλ. 3: 5). Βέβαια δεν άργησαν να αποκεφαλίσουν και αυτή.

Περήφανη για τα παιδιά της η Σοφία, ενταφίασε με τιμές τις κόρες της και παρέμεινε για τρεις μέρες στους τάφους τους, παρακαλώντας το Θεό να την πάρει κοντά του. Ο Θεός άκουσε την προσευχή της και η Σοφία παρέδωσε το πνεύμα της δίπλα στους τάφους των παιδιών της.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ως ελαία κατάκαρπος ανεβλάστησας εν ταίς αυλαίς του Κυρίου, Σοφία μάρτυς σεμνή, και προσήγαγες Χριστώ καρπόν ηδύτατον τους της νηδύος σου βλαστούς, δι' αγώνων ευαγών, Αγάπην τε και Ελπίδα συν τη θεόφρονι Πίστει, μεθ' ων δυσώπει υπέρ πάντων ημών.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός
 
 


15
Γιορτάζουμε σήμερα 15 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Νικήτα, του Γότθου, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Άγιος Νικήτας κατάγοταν από το έθνος των Γότθων, που είχαν εγκατασταθεί πέραν του Ίστρου ποταμού (Ίστρος, κατά τον Γεωγράφο Mελέτιο, καλείται ο ποταμός Δούναβις από το σημείο που ενώνετε με τον ποταμό Σαύο μέχρι την Μαύρη Θάλασσα ή κατ' άλλους από την Aξιούπολη και κάτω, μέχρι τις εκβολές του.), στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Από παιδί ο Νικήτας διδάχθηκε την αγία πίστη από το Γότθο επίσκοπο Θεόφιλο, ο όποιος συχνά υπενθύμιζε στο Νικήτα τα λόγια του Απ. Παύλου: «ένε εν οις έμαθες... από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας, τα δυνάμενα σε σοφίσαι εις σωτηρίαν διά πίστεως της εν Χριστώ Ιησού»(Β'πρόςΤιμόθεον, γ' 14-15).

Δηλαδή, μένε ακλόνητος σ' εκείνα που έμαθες. Από μικρό παιδί γνωρίζεις τις Άγιες Γραφές, που μπορούν να σου μεταδώσουν την αληθινή σοφία, που οδηγεί στη σωτηρία δια μέσου της πίστεως στον Ιησού Χριστό. Και έτσι έγινε.

Όταν ο ηγεμόνας Αθανάριχος συνέλαβε το Νικήτα και τον απείλησε για να αρνηθεί το Χριστό, αυτός έμεινε αμετακίνητος σ' αυτά που έμαθε από παιδί. Ομολόγησε με θάρρος το Χριστό μπροστά στον ηγεμόνα, ο όποιος όταν τον άκουσε εξαγριώθηκε πολύ.

Διέταξε αμέσως και του έσπασαν τα κόκαλα με τον πιο φρικτό τρόπο. Άλλα το μίσος των Βαρβάρων ήταν τόσο, ώστε μετά τον έριξαν στη φωτιά, όπου βρήκε το θάνατο. Η φωτιά, όμως, με τη θεία θέληση σεβάστηκε το λείψανο του. Το πήρε κάποιος ευσεβής χριστιανός και το διαφύλαξε σε θήκη.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Νίκην έστησας, κατά της πλάνης, νίκης είληφας, άφθαρτον γέρας, επαξίως Νικήτα φερώνυμε, συ γαρ νικήσας εχθρών την παράταξιν, διά πυρός τον αγώνα ετέλεσας. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


15
Γιορτάζουμε σήμερα 10 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Μηνοδώρας, Μητροδώρας και Νυμφοδώρας, ας πούμε λίγα λόγια:

Οι Αγίες Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα ήταν αδελφές και κατάγονταν από τη Βιθυνία. Η λάμψη της παρθενίας και η ωραιότητα των ψυχών και των σωμάτων της έκαναν της τρεις αδελφές να είναι καύχημα των χριστιανών ενώ οι φροντίδες και οι συνήθειες του κόσμου δεν της απασχολούσαν. Η μόνη της φροντίδα ήταν «μετά αιδούς καί σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς, ή εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί» (Α' προς Τιμόθεον, β' 9). Δηλαδή φρόντιζαν να στολίζουν τον εαυτό τους με συστολή και σωφροσύνη και όχι με φιλάρεσκα πλεξίματα των μαλλιών τους ή με χρυσά ή μαργαριτένια κοσμήματα ή με ρούχα πολυτελή.

Για την αγάπη, λοιπόν του Χριστού, άφησαν την πατρίδα της και πήγαν να κατοικήσουν σε ένα λόφο, κοντά στα Πύθια θερμά λουτρά. Εκεί ασκήτευαν και καλλιεργούσαν ακόμα περισσότερο τη σωφροσύνη της. Γι' αυτό αξιώθηκαν από το Θεό να θεραπεύουν ασθένειες, και έτρεχε κοντά της πλήθος κόσμου.

Όταν το έμαθε αυτό ο έπαρχος Φρόντων, έστειλε και συνέλαβε της τρεις αδελφές. Βλέποντας, της τη φρόνηση και τη σύνεση, αλλά και την αφοβία με την οποία τον αντιμετώπισαν, διέταξε και της βασάνισαν με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Της υπέμειναν με ανδρεία τα μαρτύρια και έτσι ένδοξα παρέδωσαν της ψυχές της στο νυμφίο της Χριστό (290 μ.Χ.). 

Ο έπαρχος θέλησε να κάψει τα σώματα της, αλλά οι φλόγες έκαψαν τον ίδιο και έπειτα καταρρακτώδης βροχή έσβησε τη φωτιά. Τα σώματα των τριών παρθένων τάφηκαν με σεβασμό από της χριστιανούς.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Τον τρισάριθμον σύλλογον και θεόπλοκον, των αυτάδελφων παρθένων στέψωμεν θείαις ωδαίς, ανδρικώς γαρ τον εχθρόν κατετροπώσαντο, όθεν προιστάντι ημών των βοώντων εκτενώς, χαίρε, σεμνή Μηνοδώρα, συν Μητροδώρα τη θεία και Νυμφοδώρα τη θεόφρονι.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


15Κυριακή προ της Υψώσεως
(᾿Ιω. γ´ 13-17)
Είπεν ο Κύριος• Ουδείς αναβέβηκεν εις τόν ουρανόν ει μή ο εκ τού ουρανού καταβάς, ο Υιός τού ανθρώπου ο ών εν τώ ουρανώ. Καί καθώς Μωϋσής ύψωσε τόν όφιν εν τή ερήμω, ούτως υψωθήναι δεί τόν Υιόν τού ανθρώπου, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ᾿ έχη ζωήν αιώνιον. Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν Υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ᾿ έχη ζωήν αιώνιον. Ου γάρ απέστειλεν ο Θεός τόν Υιόν αυτού εις τόν κόσμον ίνα κρίνη τόν κόσμον, αλλ᾿ ίνα σωθή ο κόσμος δι᾿ αυτού.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Είπε ο Κύριος• «Κανένας δέν ανέβηκε στόν ουρανό παρά μόνο ο Υιός τού ᾿Ανθρώπου, πού κατέβηκε από τόν ουρανό, καί πού είναι στόν ουρανό. ῞Οπως ο Μωυσής ύψωσε τό χάλκινο φίδι στήν έρημο, έτσι πρέπει νά υψωθεί ο Υιός τού ᾿Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ’ αυτόν νά μή χαθεί αλλά νά ζήσει αιώνια. Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τόν κόσμο, ώστε παρέδωσε στόν θάνατο τόν μονογενή του Υιό, γιά νά μή χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά νά έχει ζωή αιώνια. Γιατί, ο Θεός δέν έστειλε τόν Υιό του στόν κόσμο γιά νά καταδικάσει τόν κόσμο, αλλά γιά νά σωθεί ο κόσμος δι’ αυτού». 

15


Γιορτάζουμε σήμερα 9 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης των Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, ας πούμε λίγα λόγια:

Η σύναξη των δικαίων γονέων της Υπεραγίας Θεοτόκου, σύμφωνα με την αρχαία εκκλησιαστική , παράδοση, ορίστηκε την επομένη του γενεσίου της Θεοτόκου, για τον λόγο ότι αυτοί έγιναν πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας με την γέννηση της αγίας θυγατέρας τους. «Τελείται δε η σύναξις αυτών εν τω εξαέρω οίκω της Θεοτόκου, πλησίον της μεγάλης εκκλησίας εν τοις Χαλκοπρατείοις».

Να αναφέρουμε, λοιπόν, ότι ο Ιωακείμ ήταν γιος του Ελιακείμ από τη φυλή του Ιούδα και απόγονος του Δαβίδ. Έκπτωτος του θρόνου, ιδιώτευε στην Ιουδαία και το περισσότερο χρονικό διάστημα στην Ιερουσαλήμ, όπου είχε μέγαρο με βασιλικό κήπο. Παντρεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν Ιερέως από τη φυλή του Λευΐ και της Μαρίας, γυναικός αυτού, από τη φυλή του Ιούδα. 

Επειδή οι φυλές, Βασιλική και Ιερατική, συγγένευαν μεταξύ τους, διότι η Βασιλεία εθεωρείτο ίση με την Ιεροσύνη, δεν έδιναν ούτε έπαιρναν θυγατέρες από άλλες φυλές που θεωρούνταν κοινές.

Έτσι λοιπόν, αφού θεάρεστα πέρασε τη ζωή του το άγιο αυτό ζευγάρι, ο μεν Ιωακείμ πέθανε οκτώ χρόνια από τα Εισόδια της κόρης του Θεοτόκου σε ηλικία 92 ετών, η δε Άννα 11 μήνες μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, σε ηλικία 83 ετών.

(Την δε Θεοτόκο απέκτησαν θαυματουργικά, όπως σε προηγούμενο βιογραφικό σημείωμα αναφέραμε, σε ηλικία 80 ετών ο Ιωακείμ και 70 η Άννα).

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Η Δυάς η αγία και Θεοτίμητος, Ιωακείμ και η Άννα ως του Θεού ανχιστείς, ανυμνείσθωσαν φαιδρώς ασμάτων κάλλεσιν ούτοι γαρ έτεκον ημιν, την τεκούσαν υπέρ νούν, τον άσαρκον βροτωθέντα, εις σωτηρίαν του κόσμου, μεθ' ης πρεσβεύουσι σωθήναι ημάς.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός




15
Γιορτάζουμε σήμερα 5 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Ζαχαρία και Ελισάβετ, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί.

Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού.

Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό.

Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ενώπιον τού Θεού, πορευόμενος εν πάσαις ταίς εντολαίς καί δικαιώμασι τού Κυρίου άμεμπτος» (Λουκά, α' 6.). Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με τις εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Κατεπλάγη Ιωσήφ.
Εκ της ρίζης Ιεσσαί, και εξ όσφύος του Δαυιδ, η θεόπαις Μαριάμ, σήμερον τίκτεται ημίν, διό και χαίριν, η σύμπασα και κενουργείται, Συγχάρητε ομού, ο ουρανός και η γη, αινέσατε αυτήν, αι στρατιαί των εθνών, Ιωακείμ ευφραίνεται, και Άννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα, Η στείρα τίκτει, την Θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός




15
Γιορτάζουμε σήμερα 4 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Προφήτου Μωυσέως, του Θεόπτου, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Προφήτης και Θεόπτης Μωυσής, υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1569 π.χ. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος, ονομαζόταν Άβραμ (ή Αμράμ) και καταγόταν από τη φυλή του Λευί και η μητέρα του Ιωχαβέδ. Όταν ο Φαραώ διέταξε να σφάξουν τα νήπια των Εβραίων η μητέρα του τον έβαλε σ' ένα κιβώτιο και τον άφησε στις όχθες του Νείλου εγκαταλείποντας το στην θεία πρόνοια. Το βρέφος το βρήκε η κόρη του Φαραώ Θέρμουθιν (ή Mέρις ή Mέρρινα), η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα Μωυσής, που σημαίνει«σεσωσμένος από τα ύδατα». Ανατράφηκε ως γνήσιος υιός της πριγκίπισσας και έμαθε όλη την σοφία και την γνώσι των Αιγυπτίων, χωρίς εν τούτοις να αποξενωθεί από την πίστη των πατέρων του και την αγάπη προς το έθνος του.

Όταν ήταν σαράντα χρονών σκότωσε κάποιον Αιγύπτιο, που είχε επιτεθεί εναντίον ενός Ισραηλίτη και για να σωθεί κατέφυγε στη γη Μαδιάμ, όπου έγινε βοσκός. Εκεί παντρεύτηκε την Σαπφώρα, θυγατέρα του Iοθόρ, και απέκτησε δύο γιους, τον Γηρσάμ, που σημαίνει «είμαι πάροικος σε ξένη γη», και τον Ελιέζερ, που σημαίνει «ο Θεός βοηθός». Κατά την πολυχρόνιο εξορία του μακριά από τον λαό του ο Μωυσής, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πεθερού του στην ησυχία των βουνών και της ερήμου, καταρτιζόταν στην αποστολή για την οποία τον προόριζε ο Θεός, να ποιμάνει το λογικό Του ποίμνιο. Συγχρόνως καθάριζε την καρδιά και τον νου του με την προσευχή και την συνεχή αδολεσχία του Θεού.

Μια ήμερα, ύστερα από σαράντα χρόνια ξενιτιάς στην Μαδιάμ, όπως έβοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, του φανερώθηκε ο Θεός υπό μορφήν πυρός, εξερχόμενου μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν αλλά δεν καιγόταν. Με την θεοφάνεια αύτη, η οποία προεικόνιζε το μέγα μυστήριο του παρθενικού τοκετού και της εν σαρκί ελεύσεως του Σωτήρος, ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να επιστρέψει στην Αίγυπτο, για να ελευθέρωση τον λαό του από την πικρή δουλεία και να τον επαναφέρει στην γη των πατέρων του. Επειδή αυτός ήταν βραδύγλωσσος και δίσταζε να αναλάβει το έργο, του έδωσε ως βοηθό και διερμηνέα τον αδελφό του Ααρών (βλέπε εδώ). Παρουσιάσθηκαν λοιπόν μαζί στον Φαραώ και του ζήτησαν να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να λατρεύσουν τον θεό τους στην έρημο. Κατά θεία παραχώρηση η υπερήφανη καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε και δεν τους άφηνε να φύγουν. Τους κράτησε να εργάζονται ως δούλοι στις μεγάλες οικοδομικές εργασίες, πού είχε επιχειρήσει η ματαιοδοξία του.

Τότε ο Κύριος διά μέσου του Μωυσή κτύπησε την Αίγυπτο με δέκα φοβερές πληγές. Ταπεινωμένος από την δύναμη του θεού του Ισραήλ ο Φαραώ εξαναγκάσθηκε να τους αφήσει να φύγουν. Μαζί τους πήραν τα οστά του Ιωσήφ και πολλά χρυσά και αργυρά σκεύη, που τους έδωσαν οι Αιγύπτιοι. Στην πορεία τους ο θεός τους οδηγούσε την μεν ήμερα με στύλο νεφέλης την δε νύκτα με στύλο πυρός. Μετά την αναχώρηση τους ο Φαραώ άλλαξε πάλι γνώμη και στράφηκε με όλα του τα άρματα προς καταδίωξη τους. Το αιγυπτιακό ιππικό βρήκε τους Ισραηλίτες στρατοπεδευμένους στην ακτή της Ερυθράς θαλάσσης. Ο Μωυσής κατ' εντολή του θεού χτύπησε τα νερά της με το ραβδί του και τα διαχώρισε στα δύο. Έτσι, οι Ισραηλίτες διέβησαν «διά ξηράς εν μέσω της θαλάσσης». Όταν εξήλθαν όλοι στην στεριά, σήκωσε το ραβδί του πάνω από τα ύδατα και τα επανέφερε στην φυσική τους θέση, καταποντίζοντας όλα τα άρματα του Φαραώ που τους ακολουθούσαν.

Αμέσως μετά την θαυμαστή σωτηρία τους ο Μωυσής συνέθεσε την ευχαριστήριο προς τον θεό ωδή,«άσωμεν τώ Κυρίω, ενδόξως γάρ δεδόξασται: ίππον καί αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν, βοηθός καί σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν: ούτός μου Θεός, καί δοξάσω αυτόν, Θεός τού πατρός μου, καί υψώσω αυτόν» (Έξ. 15, 1-2), που έψαλε όλος ο λαός στην παραλία με τύμπανα, χωρισμένος σε δύο χορούς, ένα των ανδρών με επί κεφαλής τον Μωυσή και ένα των γυναικών με επί κεφαλής την αδελφή του Μαριάμ.

Στην έρημο από την Ερυθρά θάλασσα ως το Σινά, παρά τους συνεχείς γογγυσμούς τους, ο Θεός με έκτακτες θαυματουργίες τους έδειχνε την παρουσία του και την στοργική του προστασία μέσω του δούλου του Μωυσέως. Στην Μερρά γλύκανε τα πικρά νερά, για να ανακούφιση την δίψα τους. Στην έρημο Σίν χάρις στην προσευχή του Μωυσέως έστειλε το μάννα, που ποίκιλλε στην γεύση ανάλογα με την επιθυμία του καθενός. Τέλος, στην βραχώδη Ραφιδείν, κοντά στο Σινά, όταν ο γογγυστής λαός εξ αιτίας της δίψας παρά λίγο θα λιθοβολούσε τον Μωυσή, ο Θεός του έδωσε εντολή να κτυπήσει με το ραβδί του ένα βράχο, από όπου ανέβλυσε άφθονο νερό. Εκεί τους επετέθησαν και οι αλλόφυλοι Αμαληκίτες, τους οποίους κατατρόπωσε ο Ιησούς του Ναυή.

Στην αρχή του τρίτου μηνός από την έξοδο τους, έφθασαν και στρατοπέδευσαν στο Σινά. Ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή να ανέβει μόνος στην κορυφή του όρους. Εκεί του αποκαλύφθηκε υπό μορφή πυρός μέσα σε γνοφώδη νεφέλη με βροντές, αστραπές και ήχο σαλπίγγων. Όλο το όρος καπνιζόταν. Ο Μωυσής μιλούσε στον Θεό με πολλή οικειότητα, όπως ομιλεί κάποιος προς τον φίλο του. Ο Θεός του απαντούσε με βροντές. Κατά την φοβερή αυτή αποκάλυψη της δόξης του ο Κύριος του παρέδωσε τις εντολές του Νόμου γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες. Κατά τις σαράντα ήμερες και νύκτες που παρέμεινε επάνω στο όρος, διδάχθηκε από τον Θεό ό, τι ήταν αναγκαίο, για να αποκτήσει ο λαός την θεογνωσία. Στο διάστημα αυτό έλαβε και τις ακριβείς διατάξεις για την κατασκευή του επιγείου θυσιαστηρίου και την οργάνωση της λατρείας, την οποία έπρεπε να προσφέρει ο περιούσιος λαός στον Δημιουργό του σύμπαντος.

Ενώ ο Μωυσής κατέβαινε κρατώντας τις πλάκες του Δεκάλογου, άκουσε τις φωνές των μεθυσμένων Ισραηλιτών και είδε τους χορούς τους γύρω από το χρυσό μοσχάρι, που κατά την απουσία του είχαν κατασκευάσει. Πλήρης θυμού πέταξε από τα χέρια του τις πλάκες και τις συνέτριψε στους πρόποδες του βουνού. Ο Θεός αγανακτισμένος για την ειδωλομανία του σκληροτράχηλου λαού θα τον εξολόθρευε, αν δεν μεσολαβούσε ο Μωυσής με την θερμή του ικεσία: «καί νύν ει μέν αφείς αυτοίς τήν αμαρτίαν αυτών, άφες: ει δέ μή, εξάλειψόν με εκ τής βίβλου σου, ής έγραψας.» (Έξ. 32, 32).

Ο προφήτης ανέβηκε πάλι στο όρος και έγραψε, ο ίδιος αυτήν την φορά, σε δύο νέες πλάκες τις δέκα εντολές καθ' υπαγόρευση του θεού. Εισερχόμενος στην νεφέλη έγινε μέτοχος της θεϊκής δόξης. Έτσι, όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, το θείο φώς, λαμπρότερο από κάθε αισθητό φώς, είχε διαπεράσει τόσο βαθιά την καρδιά του, ώστε εκχυνόταν σε όλο του το σώμα. Το πρόσωπο του ακτινοβολούσε από υπερφυσική λάμψη. Αμύητοι οι Ισραηλίτες στα μυστήρια του θεού δεν μπορούσαν να τον ατενίσουν, και ο προφήτης κάλυψε το πρόσωπο του με κάλυμμα, που αφαιρούσε μόνον όταν εισερχόταν στην σκηνή του μαρτυρίου, για να μιλήσει με τον Θεό.

Αφού έμειναν ένα χρόνο στο Σινά, στην αρχή του δευτέρου έτους ο Μωυσής αρίθμησε τον λαό και συνέχισαν την πορεία στην έρημο, ώσπου έφθασαν στην έρημο Κάδης, στα σύνορα της γης της Επαγγελίας. Ο λαός, επηρεασμένος από τους κατασκόπους που έστειλε ο Μωυσής στην Χαναάν, αποθαρρύνθηκε για την κατάληψη της χώρας, στασίασε εναντίον του και ζήτησε νέους αρχηγούς για να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Ο θεός ήταν έτοιμος για μία ακόμη φορά να τους αφανίσει τελείως, αλλά ο Μωυσής με την θερμή του προσευχή άλλαξε την θεία βουλή και καταδικάσθηκαν σε τριάντα οκτώ χρόνια περιπλάνηση, αφ' ενός μεν για να παιδαγωγηθούν, αφ' έτερου δε για να πεθάνουν στην έρημο και να μην εισέλθουν στην γη της Επαγγελίας όλοι οι γογγυσταί ηλικίας είκοσι ετών και άνω.

Κατά την μακροχρόνια αυτή περιπλάνηση έξω από την γη Χαναάν, ο Μωυσής με θαυμαστή πραότητα και σύνεση αντιμετώπιζε τις συνεχείς μεμψιμοιρίες, τις αντιζηλίες και τις ανταρσίες του δυσκυβέρνητου λαού.

Στην αρχή του τεσσαρακοστού από τη έξοδο τους έτους έφθασαν πάλι στην έρημο Κάδης. Οι επιλήσμονες«υιοί του Ισραήλ» δυσφόρησαν και πάλι από την έλλειψη νερού και ξέσπασαν σε νέους γογγυσμούς κατά του ηγέτη τους. Ο θεός είπε στον Μωυσή να τους δώσει νερό από τον βράχο, αλλά αυτός, κυριευμένος από αθυμία για την νέα τους απείθεια, δίστασε προς στιγμήν και τους είπε: «ακούσατέ μου, οι απειθείς: μή εκ τής πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ;» (Άρ. 20, 10). Το νερό ανέβλυσε άφθονο από τον βράχο, όταν τον κτύπησε με το ραβδί του ο Μωυσής: ο ίδιος όμως εξ' αιτίας της «αντιλογίας» του τιμωρήθηκε από τον θεό να μην εισέλθει στην γη της Επαγγελίας.

Ύστερα από πολλούς αγώνες πού διεξήγαγε με την βοήθεια του Ιησού του Ναυή εναντίον των Αμορραίων, των Μαδιανιτών και των Μωαβιτών, κατέλαβε την χώρα ανατολικά του Ιορδανού, απέναντι από την Χαναάν.

Εκεί, στις στέπες της Μωάβ, υπενθύμισε στον λαό τις ευεργεσίες του θεού και τις αποκαλύψεις κατά την τεσσαρακονταετή πορεία τους στην έρημο, τους τόνισε τις υποχρεώσεις τους έναντι της Διαθήκης του Κυρίου και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες. Έπειτα έχρισε ως διάδοχο του τον Ιησού του Ναυή, έψαλε προς τον θεό την ωδή, «Πρόσεχε ουρανέ, καί λαλήσω, καί ακουέτω η γή ρήματα εκ στόματός μου....»(Δευτ. 32, 1-43) και ευλόγησε για τελευταία φορά τις δώδεκα φυλές. Πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών στην κορυφή Φασγά του όρους Ναβαύ (ή Νεβώ), όπου είχε ανεβεί για να του δείξη ο Κύριος την επηγγελμένη γη. Εκεί ετάφη, χωρίς ποτέ να μάθη κανείς τον ακριβή τόπο της ταφής του.

Να σημειώσουμε τέλος, ότι στους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εφέρθη η θαυματουργός ράβδος του προφήτη Μωυσή στην Κωνσταντινούπολη, και βγήκε ο αυτοκράτωρ πεζός και την προϋπάντησε. Έκτισε δε Ναό της Θεοτόκου και έβαλε τη ράβδο μέσα σ' αυτόν. Έπειτα την μετέφερε στο παλάτι, όπως γράφει ο Γεώργιος ο Κωδινός.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Γνόφον άυλον, τεθεαμένος, νόμον ένθεον, πλαξίν εδέξω, ως θεάμων μυστηρίων του Πνεύματος και καταπλήξας την Αίγυπτον θαύμασι, δημαγωγός Ισραήλ εχρημάτισας. Μωυσή ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός