Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Σύντομη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς (1896 - 1966)

 Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε  Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ου αιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανιψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομά του θείου του. Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάρχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου. Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη. Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.
 
 Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ' ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ. Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του. Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν  ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα. Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του. Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και  τελείωσε τις σπουδές του. Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν' απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.
      
Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν' αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος  διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις. Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό. Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες. Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ. Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα.
 Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά. Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγγάη. Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγγάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να ‘ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά. Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά. Όταν ήρθαν και εκείνοι οι κομουνιστές πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και μετά στην Αμερική. Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.
 Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα. Όταν ήρθαν στην Κίνα οι κομμουνιστές έφυγαν οι Ρώσοι για την Αμερική και φεύγει και ο Άγιος το 1951 στην Αμερική μεταφέροντας το ποίμνιο του. Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά. Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.

Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα. Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς. Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε. Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πείθανε τον 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ' επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη. Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ' όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ». Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.
 Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε. Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει: «οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή». Και αμέσως ηρέμησα. Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα το Άκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη. Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε. Όταν έφυγε στην Αμερική  άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα. Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει γοερά  για τα προβλήματα των άλλων, Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.
       Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει: όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν. Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς. Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία. Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, όλοι δεν ξεχνούσαν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο. Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι' αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό. Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα  από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή. Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ. Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία. Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση. Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό. Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη. Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας. Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.

Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν  24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του. Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.
 Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή. Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να' ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν' άκουγε τον συνομιλητή του. Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη. Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.
 Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων». Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος. Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή. Ετάφη σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό. Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ' άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ' έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους. Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν. Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ' άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του. Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού. Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού. Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον. Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.

Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην χαρά των θλιβομένων, βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό. Κατεβαίνει σ' ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο. Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του. Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.
 Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου. Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα. Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας. Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους. Σ' ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του. Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος. Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο. Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.
 Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς. Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει. Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους». Επίσης και σ' ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι: «είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους». Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο. Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; - Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα: «ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν». Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του. Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.
 Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν. Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις. Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά. Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα. Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου. Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο. Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή. Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα. Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές. Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν. Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα. Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος. Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της. Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.
 Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό. Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με. Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου. Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια. Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος. Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ. Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα. Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο. Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται  σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί. Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα: «Στην Ζηναίδα». Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό. Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει. Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος. Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήτα νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.
 Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.
 Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.
 Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι. Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό. Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό. Γι΄ αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει. Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια. Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη. Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε. Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας. Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ' όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια. Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της. Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει. Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί. Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ

Απολυτκιον.
Ήχος πλ. Α'
Τον συνάναρχον Λόγον.
Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

 
Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'.  Τη Υπερμάχω
   
      
Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.

Μεγαλυνάριον.

       Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.

(Από την Ακολουθία του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος 2006).
Πηγή: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου Τεύχος 23 Μάιος - Αύγουςτος 2008
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη

Δυὸ πατρίκιοι, οἱ αὐτάδελφοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, πηγαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν, ἔφτασαν στὴν Παλαιστίνη. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή τους στοὺς Ἁγίους Τόπους, συνάντησαν μία Ἑβραία, ἡ ὁποία εἶχε στὴν κατοχή της καὶ φύλαγε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη εὐσέβεια, μέσα σὲ εἰδικὸ κιβώτιο τὴν τίμια Ἐσθῆτα (φόρεμα) τῆς Παναγίας. Τότε οἱ Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, ἀφοῦ προσκύνησαν τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, ἔβαλαν σκοπὸ νὰ τὸ μεταφέρουν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησαν, στὴν συνέχεια κατασκεύασαν ἕνα εἰδικὸ κιβώτιο, ὅμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἡ Ἑβραία γυναῖκα καὶ φύλαγε τὸ φόρεμα τῆς Θεοτόκου. Τὸ κιβώτιο αὐτό, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση ἡ γυναῖκα, τὸ ἄλλαξαν μὲ αὐτὸ ποὺ περιεῖχε τὴν τιμία Ἐσθῆτα, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση.
Ἔτσι λοιπὸν πῆραν τὸ κιβώτιο μὲ τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν ἔφθασαν στὴν Πόλη, προσπάθησαν νὰ κρύψουν αὐτὸν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ στὶς Βλαχέρνες. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κρύψουν, γνωστοποίησαν αὐτὸ τὸ γεγονὸς στὸν αὐτοκράτορα τῆς Πόλης. Ἐκεῖνος μόλις πληροφορήθηκε τὴ μεταφορὰ τῆς τιμίας Ἐσθῆτος στὴν Κωνσταντινούπολη ἀσπάστηκε μὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευαστεῖ Ναὸς καὶ ἀργότερα μέσα σ' αὐτὸν τοποθέτησε τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα σ' αὐτὸν τὸν τόπο, ἀποτελῶντας φυλακτήριο καὶ συνάμα πολύτιμο κειμήλιο γιὰ τοὺς χριστιανούς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ'.
Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα· ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις, καινοτομεῖται καὶ χρόνος. Διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.

Κοντάκιον  Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ
Περιβολὴν πᾶσι πιστοῖς ἀφθαρσίας, Θεοχαρίτωτε Ἁγνὴ ἐδωρήσω, τὴν Ἱερὰν Ἐσθῆτά σου μεθ’ ἧς τὸ ἱερόν, σῶμά σου ἐσκέπασας, σκέπη πάντων ἀνθρώπων· ἧς περ τὴν κατάθεσιν, ἑορτάζομεν πόθῳ, καὶ ἐκβοῶμεν φόβῳ σοι σεμνή· χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς ἀθανασίας τὸν χορηγόν, τέξασα Παρθένε, ἠθανάτισας τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γὰρ δηλοῦσα, ἡ ἄφθαρτος Ἐσθής σου φθορᾶς παθῶν λυτροῦται, τοὺς προσπελάζοντας.
«Οὐκ ἔστι πόλις ἢ τόπος, ὅπου τῶν ὀρθοδόξων ἡμῶν οὐ προχέονται ὑπὲρ εὐσέβειας τὰ αἵματα», λέει κάπου μὲ βαθιὰ συγκίνηση καὶ χριστιανικὴ καύχηση ὁ εὐλαβής τῆς Ὀρθοδοξίας ἱεράρχης Νεκτάριος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων 1661-1669.
Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ πόλη ἢ τόπος στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ νὰ μὴν ἔχει βαφεῖ μὲ μαρτυρικὸ αἷμα.

Τὰ λόγια αὐτά, λόγια μεγάλα κι ἀληθινὰ ποὺ ἰσχύουν γιὰ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία, ἰσχύουν πολὺ καὶ γιὰ τῆς Κύπρου τὸ νησί.
Δὲν ὑπερβάλλουμε ἀπὸ προγονοπληξία τὰ πράγματα. Ἀπὸ καθῆκον ἁπλῶς διακηρύττουμε μία πραγματικότητα.

Ἀπὸ τότε πού, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, στόματα Ἀποστολικὰ ἔσπειραν στὶς καρδιὲς τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ μας τὸν σπόρο τὸν εὐαγγελικό, χιλιάδες μορφὲς μέχρι σήμερα πρόβαλαν παντοῦ μὲ παρρησία τὸν χριστιανικὸ τοῦτο θησαυρὸ καὶ πότισαν μὲ τὸ αἷμά τους τὴν πίστη τους στὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ.

Μιὰ ἀπὸ τὶς μορφὲς αὐτὲς τὶς ξεχωριστές, τὶς ὑπέροχες καὶ ἡρωικὲς εἶναι κι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ἀλαμάνος.
Δὲν γεννήθηκε στὸ νησί μας. Οὔτε καὶ γνωρίζουμε τὸν ἰδιαίτερο τόπο τῆς καταγωγῆς του ἢ τοὺς γονεῖς του.
Γνωρίζουμε μόνο, πὼς εἶναι κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Ἕλληνες ποὺ ἐργαζόντουσαν στὴ Γερμανία (Ἀλαμανία – Allemagne, γι' αὐτὸ καὶ Ἀλαμάνος) κι οἱ ὁποῖοι ἦρθαν στὸ νησί μας κι ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη.

Ὁ Κωνσταντῖνος, μαζὶ μὲ τρεῖς ἄλλους συντρόφους του εἶχε ἐγκατασταθεῖ σὲ μία σπηλιὰ σὲ κάποιο μέρος ποὺ λεγόταν τῆς Τραχιάδος ἢ Τραχιᾶς. Τραχιὰ εἶναι μία τοποθεσία μεταξὺ τῶν χωριῶν Ἄχνας καὶ Ὀρμήδιας, Παναγιὰ τῆς Τραχιᾶς, ἕνα ἐξωκλῆσι ποὺ εἶναι κοντὰ στὸ κατεχόμενο χωριὸ Ἄχνα, ἀλλὰ βρίσκεται στὴν ἐλεύθερη περιοχή, καὶ ἔζησαν, σύμφωνα μὲ τὸν Συναξαριστή τους, μιὰ ζωὴ ἁγία, πνευματική, ἀποστολική.

Ζωὴ ἀποστολική! Πόσα δὲν λέει ἡ φράση αὐτή!
Ζωὴ ἀποστολική, δηλαδὴ ζωὴ πνευματική, ἀνώτερη.
Ζωὴ ἑνωμένη ὁλότελα μὲ τὸν Θεό. Ἑνωμένη μὲ τὴν προσευχή. Προπαντὸς ἑνωμένη μὲ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Ἃς ἦταν κι αὐτοὶ ἄνθρωποι σὰν κι ἐμᾶς. Ἄνθρωποι φτιαγμένοι ἀπὸ μία φύση φθαρτή. Ἃς ἦταν κι αὐτοί, ὅπως λέει ὁ μεγάλος Πατριάρχης τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ, ὁ πιστὸς Ἀβραὰμ «γῆ καὶ σποδός». Μὲ τὸ νὰ βάλουν ὅμως στὴν καρδιὰ τους ἀρχηγὸ καὶ βασιλέα κι ὁδηγὸ τους τὸν Χριστό. Μὲ τὸ νὰ κάμουν κέντρο τῆς ζωῆς τους τὸν Χριστό. Μὲ τὸ νὰ θελήσουν νὰ γίνει ἡ ψυχὴ τους «ψυχὴ ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ». Μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζονται καὶ νὰ πετύχουν νὰ ζοῦν ἐσωτερικὰ ὄχι οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς νὰ ζεῖ ἐν αὐτοίς», μπόρεσαν νὰ ἐξελιχθοῦν καὶ νὰ γίνουν θεανθρώπινοι καὶ χριστοφόροι ἀσκητές.
 
Ἡ πίστη τους, πίστη ζωντανὴ καὶ φλογερή, πίστη ἀκλόνητη καὶ καυτὴ πέτυχε νὰ νεκρώσει κυριολεκτικὰ μέσα τους κάθε ταπεινὸ πόθο γιὰ ὅ,τι λένε οἱ ἄνθρωποι ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου.
 
Ἡ κατανυκτικὴ προσευχὴ καὶ νηστεία πάλι τοὺς ἀπάλλαξε τὴν ψυχὴ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ τοὺς ἔκαμε νὰ τὴν στρέφουν ὁλοένα πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὰ πνευματικὰ κι αἰώνια ἀγαθά.
 
Κι ἡ ἀγάπη, ἡ χωρὶς ὅρια ἀγάπη, ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν κοιτάζει φίλους κι ἐχθρούς, οὔτε πιὰ τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα, ἀλλὰ προσφέρεται μὲ μακροθυμία καὶ ἀνοχὴ στὸν καθένα, τοὺς ἀνέβαζε καθημερινά. Τοὺς ἔκαμε νὰ φαίνονται ἐπίγειοι ἄγγελοι κι οὐράνιοι ἄνθρωποι. Ἕνα φῶς ξέχυνε γύρω τους ἡ ὅλη προσωπικότητά τους. Φῶς ἥμερο καὶ γλυκύ, μὰ καὶ μία δύναμη ἑλκυστική, ποὺ βοηθοῦσε τοὺς ἄλλους νὰ πηγαίνουν κοντά τους, γιὰ νὰ τοὺς ἰδοῦν, νὰ τοὺς ἀκούσουν, νὰ τοὺς μιμηθοῦν.
 
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ πνευματοφόροι ἀσκητὲς γίνανε γιὰ τοὺς κατοίκους τῶν γύρω τόπων οἱ δυνατοὶ μαγνῆτες, ποὺ τοὺς εἵλκυσαν κοντὰ τους γιὰ νὰ τοὺς γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Τοὺς εἵλκυσαν κοντὰ τους γιὰ νὰ τοὺς μάθουν νὰ σκέπτονται καὶ νὰ ποθοῦν τὰ ὑψηλά, τὰ οὐράνια, τὰ θεία καὶ ὄχι τὰ εὐτελῆ καὶ ταπεινά.
 
Τὰ λόγια τους, λόγια ἁπλὰ μὰ εὐαγγελικά, σκορποῦσαν παντοῦ τὴν αἰσιοδοξία καὶ τὴν ἐλπίδα. Κοντά τους μάθαιναν οἱ ἐπισκέπτες πῶς νὰ ἀξιολογοῦν τὰ πράγματα, πῶς νὰ χαίρονται τὸν κόσμο καὶ νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ διάφορα ὑλικὰ ἀγαθὰ χωρὶς νὰ παρασύρονται ἀπὸ τὸν «ἄρχοντα τοῦ κόσμου».
- Ἀδελφοί μας, ἔλεγαν οἱ ἅγιοι. Ἔχουμε μεγάλη ἀποστολὴ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο. Ἤρθαμε ἐδῶ γιὰ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Νὰ ἑτοιμασθοῦμε γιὰ τὸν οὐρανό. Κι ἡ ἑτοιμασία μας θὰ εἶναι καλή, ἂν προσπαθήσουμε κι ἀγωνιστοῦμε τοῦτο τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦμε ἐδῶ στὴ γῆ, νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωποι ἀρετῆς. Γι' αὐτὸ τὸν λόγο ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Χριστός μας κι ἦρθε στὸν κόσμο. Ἦρθε νὰ μᾶς δείξει τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ πάρουμε, γιὰ ν’ ἀνέβουμε καὶ νὰ ζήσουμε μαζί του στὸν οὐρανό. Ἦρθε καὶ μὲ τὸν σταυρικό του θάνατο πλήρωσε τὸ δικό μας χρέος. Τὸ χρέος ποὺ δημιουργοῦμε μὲ τὶς ἁμαρτίες μας. Τὸ ἐξόφλησε μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του, ποὺ χύθηκε πάνω στὸν σταυρό. Ἔτσι μας ἐξαγόρασε, ὅπως λέμε, ὁ Χριστός. Καὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη Του, φάνηκε πὼς ὁ Πατέρας Του, ὁ Πανάγαθος Θεὸς δέχτηκε τὴν θυσία Του. Τὴν δέχτηκε καὶ μᾶς ἔστειλε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα του, πού μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς ἁγιάζει ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐνισχύει στὸ νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὴν παίρνουμε ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μὲ τὰ ἱερὰ μυστήρια της Ἐκκλησίας μας. Ἰδιαίτερα μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὴν Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μένει πάντα μαζί μας. Μᾶς ἐγκαταλείπει μόνο, ὅταν ἐμεῖς ξαναγυρνᾶμε στὴν ἁμαρτία κι ἐπιμένουμε νὰ μένουμε κολλημένοι σ' αὐτήν. Φεύγει ἀπὸ κοντά μας, ὅταν ἡ ψυχή μας ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται σκλάβα τῶν διαφόρων παθῶν, ποὺ μὲ γοητεία μᾶς προβάλλει ὁ Σατανᾶς.
 
Προσοχὴ λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτά. Μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Κι ἂν συμβεῖ νὰ παρασυρθοῦμε καὶ νὰ πέσουμε, ἃς μὴ ξεχνοῦμε ποτὲ τὴν Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση. Αὐτή μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ μᾶς ἀναγεννᾶ. Καὶ μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν Θεό.
 
Μὲ τέτοια λόγια, ἁπλὰ καὶ παραστατικὰ διδάσκουν κάθε φορὰ οἱ Ἅγιοι τὰ πρόσωπα ποὺ τοὺς ἐπισκέπτονται. Κι εἶναι τὰ πρόσωπα αὐτὰ πολλά. Εἶναι ἕνας κόσμος. Ὁ κόσμος!
 
Κάθε ἔργο ὅμως ἱερό, ἔργο ποὺ ἀποβλέπει στὴ σωτηρία ψυχῶν, γίνεται πάντοτε κι ἐπίφθονο. Δὲν ἀνέχεται ὁ «ἄρχων» τοῦ κόσμου τούτου νὰ τοῦ χαλοῦν τὰ σχέδια. Ἀπὸ τότε ποὺ ἐξ αἴτιας τοῦ ἐγωισμοῦ του ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀπὸ Ἀρχάγγελος ἔγινε πονηρὸ πνεῦμα, διάβολος, ἕνα εἶναι τὸ ἔργο του κι ἕνας ὁ σκοπός του:
Νὰ σκανδαλίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ σωτηρία. Κι ἀκόμη νὰ συκοφαντεῖ καὶ νὰ καταδιώκει τοὺς ἐργάτες τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐξουδετερώσει τὸ σωστικὸ ἔργο τους. Αὐτὸ κάμνει πάντα. Αὐτὸ ἔκανε καὶ τώρα.
 
Κυβερνήτης στὴν Κύπρο τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἦταν κάποιος Σαβῖνος ἐξωμότης, ἴσως γι' αὐτὸ «καὶ ἀμείλικτος διώκτης τῶν πρώην ὁμοθρήσκων του χριστιανῶν». Τὴν πληροφορία αὐτή μας τὴ δίδει ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας. Ὅμως ὑπάρχει κι ἡ ἄποψη, πὼς ταύτη τὴν ἐποχὴ δὲν ὑπῆρξε τέτοιος διοικητὴς στὸ νησί. Μᾶλλον φαίνεται πὼς πρόκειται γιὰ δυὸ Κωνσταντίνους ἁγίους. Ἀπ' αὐτοὺς ὁ ἕνας πρέπει νὰ ἔζησε τὴν ἐποχὴ τοῦ Σαβίνου (3ος καὶ 4ος αἰῶνας μ.Χ.) κι εἶναι ὁ μεγαλομάρτυρας κι ὁ ἄλλος ὅσιος ἀπὸ τοὺς 300, ποὺ ἔζησε τὸν 12 αἰῶνα. Ἔμαθε ὁ Σαβῖνος τὸ ἔργο καὶ τὴ δράση τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῶν συνασκητῶν του κι ἐξεμάνη κυριολεκτικά. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ διατάζει νὰ συλλάβουν τοὺς ἀσκητὲς καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσουν μπροστά του.
 
Ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὸ διοικητήριο τοῦ ἄρχοντα εἶχε μεγάλη κίνηση. Στρατιῶτες μπαινόβγαιναν καὶ πρόσεχαν τὰ πάντα. Σὲ μία μεγάλη αἴθουσα καθόταν ὁ Σαβῖνος καὶ περίμενε. Οἱ φύλακές του στεκόντουσαν δίπλα του ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί. Ἐπιτέλους κάποια στιγμὴ μία ὁμάδα στρατιωτῶν φάνηκε στὸ βάθος. Προχωροῦσε ἀργά. Στὴ μέση εἶχαν δεμένους ἀπ’ τὰ χέρια τοὺς ἀσκητές. Ἀνάμεςά τους ξεχώριζε ὁ Κωνσταντῖνος. Ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὁμάδας. Ψηλὸς εὐρύστερνος, σὰν παλιὸς στρατιωτικὸς ποὺ ἦταν, προχωροῦσε σταθερὰ πρὸς τὴν αἴθουσα μὲ τὸ κεφάλι ψηλά. Οἱ ἄλλοι ἐρχόντουσαν ξωπίσω. Περπατοῦσαν κι αὐτοὶ σταθερά. Μπῆκαν μέσα, χαιρέτησαν μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ στάθηκαν. Πέρασαν λίγα λεπτὰ σιγής. Κάποια στιγμὴ ὁ διοικητὴς μὲ φωνὴ ἀδύνατη καὶ βραχνὴ διακόπτει τὴ σιωπὴ καὶ λέει:
- Ἔμαθα ὅτι ἀπὸ καιρὸ σκανδαλίζετε τὸν κόσμο. Τὸν διδάσκετε νὰ πιστεύει γιὰ Θεὸ του κάποιον Ἰησοῦ Χριστό. Ἀληθεύει τὸ πρᾶγμα;
— Τὸν κόσμο δὲν τὸν σκανδαλίζουμε, εἶπε μὲ σταθερὴ φωνὴ ὁ Κωνσταντῖνος. Δὲν τὸν σκανδαλίζουμε, γιατί αὐτὸ ποὺ διδάσκουμε εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός. Εἶναι ὁ Σωτῆρας καὶ Λυτρωτὴς ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
- Πᾶψε, διέκοψε μὲ ἄγρια φωνὴ ὁ Σαβῖνος. Πᾶψε νὰ λὲς τέτοιες ἀνοησίες.
- Ἂν εἶναι ἀνοησία νὰ ὁμολογεῖ ἕνας τὴν ἀλήθεια, τότε θὰ εὐχόμουνα νὰ ἦταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνόητοι γιὰ νὰ λένε τὴν ἀλήθεια. Τὸ ἴδιο εὐχόμαστε κι ἐμεῖς, πρόσθεσαν κι οἱ ἄλλοι.
- Πᾶψτε! ἐπανέλαβε ἔξω φρενῶν ὁ Σαβῖνος. Πᾶρτέ τους ἀπ' ἐδῶ καὶ κτυπᾶτέ τους ὥσπου νὰ μετανιώσουν.
Οἱ στρατιῶτες ἅρπαξαν τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς ἔσυραν ἔξω. Τοὺς ξεγύμνωσαν καὶ τοὺς παρέδωκαν στοὺς δήμιους ποὺ περίμεναν. Κι αὐτοὶ μὲ ὠμὰ βούνευρα ἄρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν ἀλύπητα. Τὸ αἷμα τρέχει ἀπὸ τὸ σκελετωμένα ἀπ' τὴ νηστεία κορμιὰ καὶ πορφυρώνει τὴ μαρτυρικὴ γῆ. Οἱ ὅσιοι ὅμως μένουν ἄκαμπτοι κι ἀλύγιστοι. Αἱμόφυρτους τοὺς πῆραν καὶ τοὺς πέταξαν στὴ φυλακή. Ὅταν σὲ λίγο συνῆλθαν ἀπ’ τοὺς τρομεροὺς πόνους, ἄκουσαν τὸν Κωνσταντῖνο νὰ τοὺς καλεῖ:
— Σηκωθεῖτε, ἀδελφοί. Μᾶς περιμένει ὁ Κύριος μας.
Οἱ μακάριοι Ὁμολογητὲς σηκώθηκαν. Σταύρωσαν τὰ ματωμένα χέρια καὶ γονάτισαν, ἔγειραν τὸ κεφάλι μπροστὰ καὶ συγκέντρωσαν τὴν προσοχή τους.
- Κύριε, εἶπε ὁ Κωνσταντῖνος. Σ' εὐχαριστοῦμε πού μας ἔδωσες τὸ θάρρος τῆς ὁμολογίας. Σ' εὐχαριστοῦμε ἀκόμη ποὺ δὲν μᾶς ἄφησες νὰ λυγίσουμε. Σὲ ἀγαποῦμε, Κύριε. Ποθοῦμε ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ εἶναι ἕνας ὕμνος στὴ μεγαλοσύνη σου! Βοήθησέ μας!
Ἐνίσχυσέ μας νὰ μείνουμε πιστοὶ στὸ θέλημά σου μέχρι θανάτου. Κι ἀξίωσέ μας στὴ βασιλεία σου. Ἀμήν.
 
Ἡ νύχτα πέρασε μὲ προσευχὲς καὶ ὑμνῳδίες. Τὰ ξημερώματα τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς ἄνοιξε καὶ πάλι. Οἱ δήμιοι μὲ ὕβρεις καὶ βλαστήμιες, μπῆκαν μέσα κι ἔσυραν τοὺς Μάρτυρες ἔξω.
 
Στὸ διοικητήριο σὲ λίγο ἐπαναλαμβάνεται ἡ σκηνή. Ὁ διοικητὴς ρωτᾶ. Καὶ οἱ Ὁμολογητὲς ἀπαντοῦν χωρὶς κόπο. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ἐγὼ δώσω ὑμὶν στόμα καὶ σοφίαν, ἡ οὐ δυνήσονται ἀντειπεὶν οὐδὲ ἀντιστήναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμίν» (Λουκ. κα’ 15), βρίσκουν καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ πλήρη τὴν ἐφαρμογή. Ὁ διοικητὴς κι οἱ παριστάμενοι μὲ θαυμασμὸ ἀκοῦν τὶς ἀπαντήσεις τῶν Μαρτύρων. Τὸ μῖσός τους ὅμως πρὸς τὴν ἀλήθεια τοὺς τυφλώνει καὶ τοὺς κάνει νὰ μὴ ξέρουν πὼς νὰ ξεφύγουν τὴν ταπείνωση. Διέξοδος καὶ πάλι γι’ αὐτοὺς μία. Αὐτὴ ποὺ χρησιμοποιοῦν ὅλοι οἱ ἄνομοι καὶ ψυχικὰ διεφθαρμένοι. Οἱ φωνὲς κι οἱ βρισιές, οἱ ἀπειλὲς κι ὁ διωγμὸς τῶν ἀντιφρονούντων μὲ ἐπιστέγασμα τὸ μαρτύριο.
 
Νέα βασανιστήρια ἀναλαμβάνονται τούτη τὴ φορά. Βασανιστήρια σκληρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα. Στὴν ἀρχὴ μαστίγωμα μὲ βούνευρα. Ὕστερα ἀκολουθεῖ κρέμασμα τῶν Μαρτύρων μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Στὴ θέση αὐτὴ δήμιοι μὲ σιδερένια νύχια ξύνουν τὶς σάρκες τῶν Ὁμολογητῶν. Ἡ γῆ βρέχεται ἀπὸ τὸ αἷμα. Μερικοὶ δήμιοι λυγίζουν. Ἀλύγιστοι μένουν οἱ Μάρτυρες, ποὺ καὶ στὴν κατάσταση αὐτὴ συνεχίζουν θερμὴ τὴν προσευχή τους.
- Κύριε, βοήθησέ μας. Ρύσαι μας ἐκ τῆς παγίδας τῶν θηρευόντων. Λύτρωσέ μας ἀπὸ τὰ χέρια αὐτῶν πού μας βασανίζουν. Σὺ εἶσαι ἡ δύναμη κι ἡ ὑπομονή μας!
 
Ἡ ἀντοχὴ τῶν Μαρτύρων καὶ ἡ γαλήνη ποὺ εἶναι ζωγραφισμένη στὰ πρόσωπά τους ἐκνευρίζει περισσότερο τὰ ὄργανα τῆς κακίας καὶ τοῦ ψεύδους, ποὺ ἐφαρμόζουν ὁλοένα καὶ πιὸ ὀδυνηρὰ μέσα βασανισμοῦ. Τὸ ξύσιμο τῆς σάρκας μὲ τὰ σιδερένια νύχια. Τὸ ἀποτέλεσμα μηδέν. Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάσει τὴν καρδιά, καμιὰ δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ τὴν λυγίσει καὶ νὰ τὴ συντρίψει.
 
Ἀποκαμωμένοι οἱ βασανιστὲς σταματοῦν καὶ στὴ φρικτὴ ἐκείνη κατάσταση ρίχνουν τοὺς Ὁμολογητὲς ράκη σωματικὰ στὴ φυλακή. Ράκη σωματικά. Ἡ ψυχή τους ὅμως πανέμορφη κι ἀδούλωτη καὶ ἡρωικὴ τοὺς ἀποδεικνύει νικητὲς κι ἀνώτερους ἀπὸ κάθε προσβολὴ καὶ βάσανο.
 
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ διοικητὴς καταλυπημένος καὶ ντροπιασμένος ζητεῖ νὰ παρουσιασθοῦν ξανὰ μπροστά του οἱ Ἅγιοι. Μιὰ ἐξέδρα εἶχε στηθεῖ στὴν Τραχιάδα λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἄχνα. Ἐκεῖ ἀνέβασαν τοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ νέα ἀνάκριση ἀκολουθεῖ. Καὶ στὴν ἀνάκριση νέες κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλές. Ἡ παρρησία τῶν Μαρτύρων καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐξαντλεῖ τὴν ὑπομονὴ τοῦ ἐξωμότου, ὁ ὁποῖος καὶ διατάζει νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουν. Οἱ Μάρτυρες μὲ τὸ πρόσωπο χαρούμενο βαδίζουν στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως. Ἡ σκέψη πὼς σὲ λίγο θὰ βρίσκονται κοντὰ στὸν αἰώνιο Βασιλιὰ τῆς ψυχῆς τους, κινεῖ τὰ χείλη τους σὲ μιὰ ἀκόμη δοξολογία: «Εὐλογητὸς Κύριος, ὃς οὐκ ἔδωκεν ἠμᾶς εἰς θήραν τοὶς ὀδούσιν αὐτῶν» (Ψαλμ. ρκγ’ 6).
Σὲ λίγο τέσσερα κορμιὰ κυλιοῦνται ἄπνοα στῆς Τραχιάδος τὴν γῆ. Οἱ ψυχὲς ὅμως ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό. Ἅγιοι Ἄγγελοι τὶς παραλαμβάνουν καὶ μὲ εὐφροσύνη ψάλλουν τὸν ὕμνο τὸν μαρτυρικό:
«Χοροὶ Μαρτύρων ἀντέστησαν τοὶς τυράννοις λέγοντες· ἠμεῖς στρατευόμεθα τῷ βασιλεῖ τῶν δυνάμεων, εἰ καὶ πυρὶ καὶ βασάνοις ἀναλώσετε ἠμᾶς, οὐκ ἀρνούμεθα τῆς Τριάδος τὴν δύναμιν».
 
Τὸ βράδυ τῆς ἴδιας μέρας εὐλαβεῖς χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ τίμια λείψανα καὶ τὰ ἔθαψαν μὲ τιμὲς στὸ γειτονικὸ χωριὸ Ὀρμήδια. Τὴν θύμησή τους ὅμως ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν δὲν μπόρεσε ὡς τὰ σήμερα νὰ θάψει καὶ νὰ ἐξαλείψει ἡ λήθη ἢ ὁ χρόνος. Τὰ πάμπολλα θαύματα ποὺ ὁ Θεὸς κάνει γιὰ χάρη τῶν δούλων Του στὸν τόπο ποὺ ἐναποτέθηκαν τὰ ἅγια σκηνώματά τους, θὰ ἐξαγγέλλουν στοὺς αἰῶνες τὴν θεϊκὴ ὑπόσχεση: «Τοὺς δοξάζοντας μὲ δοξάσω». (Α’ Βασ. β’ 30).
 
Ἀπὸ τὸν τάφο τους, ὅπως διηγοῦνται οἱ χωριανοί, ἄρχισε μετὰ ἀπὸ καιρὸ νὰ ἀναβλύζει νερό.
Κάποιοι ἔσκαψαν λίγο τὴν ἄκρη τοῦ τάφου καὶ ὁ τόπος γέμισε ἀπὸ νερὸ θεραπευτικό - ἁγίασμα.
Ἡ φανέρωση τοῦ πράγματος συνέβηκε ὡς ἑξῆς:
Ἕνας ψωραλέος μανδρόσκυλος ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ, σὰν εἶδε τὸ νερὸ ἔτρεξε κι ἔπεσε μέσα. Ὅταν βγῆκε, ὕστερα ἀπὸ κάμποση ὥρα ὁ ἰδιοκτήτης του πρόσεξε πὼς ὁ σκύλος του ἦταν τελείως καλά. Ἀνακοίνωσε τὸ πρᾶγμα στοὺς χωριανοὺς κι αὐτοὶ ἄρχισαν ἀπὸ τότε νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν ὄχι μόνο γιὰ τὴ θεραπεία τῶν ζῴων τους, ἀλλὰ καὶ τὴ θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν τους.
 
Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς μᾶς ἀναφέρει ὅτι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς νήσου τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ δυὸ ἀρρώστιες, δυσεντερία καὶ κουφαμάρα, πῆγε καὶ λούστηκε στὸ ἁγίασμα κι ἔγινε καλά. Αὐτὸς ὁ ἡγεμόνας ἔκτισε ἀργότερα ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὴν μεγάλη ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου.
 
Τὰ θαύματα τοῦ μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου καὶ τῶν συναθλητῶν του, συνεχίζονται καὶ σήμερα σὲ ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη κι εὐλάβεια καταφεύγουν στὴ χάρη τους. Σ' αὐτοὺς ἂς καταφύγουμε σήμερα κι ἐμεῖς.
 
Σήμερα ποὺ ἡ ἀποστασία κι ἡ προσωπολατρία ἔχει χωρίσει τοὺς χριστιανοὺς σὲ φατρίες καὶ παρατάξεις μὲ ἀπρόβλεπτες καὶ γι' αὐτὴ τὴν ὑπόσταση τοῦ λαοῦ μας συνέπειες.
Σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ εἶναι ἀνάγκη ἡ πίστη καὶ τὸ μαρτύριο καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων μας νὰ ἀναπτερώσει καὶ τὸ δικό μας φρόνημα καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε.
 
Ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διαφυλάξουμε ἀνόθευτα ὀρθόδοξο τὸν θησαυρὸ τῆς πίστεώς μας.
Ἔτσι θὰ κρατήσουμε Ἑλληνικὸ τὸ μαρτυρικὸ νησί μας.
Ἔτσι θὰ πετύχουμε νὰ ἀνακτήσουμε κάποια μέρα καὶ τὴν πολύτιμη ἐλευθερία μας καὶ τὴν ὀρθὴ λύση τῶν ποικίλων προβλημάτων μας. Τῶν προβλημάτων μας τῶν ἀτομικῶν, ὅσο καὶ τῶν οἰκογενειακῶν.
Τὸ βεβαιώνει ὁ Κύριός μας: «Ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτω μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμίν» (Ματθ. ιζ’ 20).
Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ Κάρυνος, ἦταν γιατροὶ στὸ ἐπάγγελμα καὶ παρεῖχαν ἰάσεις σὲ ὅλους ὅσους εἶχαν ἀνάγκη, καὶ γιὰ ἀντάλλαγμα δὲν ἔπαιρναν χρήματα, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ ζητοῦσαν ἦταν νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Κάποιοι ὅμως καλοθελητὲς διέβαλαν τοὺς ἁγίους στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι οἱ θεραπεῖες καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσαν τὰ ἔκαναν μὲ μαγικὲς τέχνες.
Τότε οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ πᾶνε ἄλλους ἀντὶ αὐτῶν στὸν αὐτοκράτορα, προσῆλθαν μόνοι τους ἐνώπιόν του καὶ Καρίνος προσπάθησε νὰ τοὺς μεταπείσει νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνοι ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ κατάφεραν νὰ μεταπείσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν καὶ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος δέχθηκε τὶς θεραπευτικές τους ἰάσεις. Συγκεκριμένα, ὅταν ὁ Καρῖνος ἀνέκρινε τοὺς Ἁγίους, μετατοπίστηκε ἡ θέση τοῦ προσώπου του καὶ στράφηκε πρὸς τὴν ράχη του. Ἀμέσως τότε οἱ Ἅγιοι τὴν θεράπευσαν μὲ τὴν προσευχή τους στὸν Χριστό. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος, πίστεψαν στὸν Χριστὸ ὅσοι βρίσκονταν ἐκείνη τὴν στιγμὴ μπροστὰ σ' αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτορας τοὺς ἔστειλε πίσω στοὺς συγγενεῖς τους μὲ μεγάλες τιμές.
Ἀργότερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, οἱ Ἅγιοι φθονήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν δάσκαλο ποὺ τοὺς εἶχε μάθει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, γιατί εἶχαν ἀποκτήσει μεγάλη δόξα καὶ φήμη. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τοὺς ἀνέβασε σὲ κάποιο ὅρος γιὰ νὰ μαζέψουν δῆθεν κάποια βότανα καὶ ἐκεῖ τοὺς ἐπιτέθηκε μὲ πέτρες καὶ τοὺς θανάτωσε.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν· δωρεὰν ἐλάβατε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

Ἕτερον ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖοι θεράποντες, καὶ ἰατῆρες βροτῶν, ἀνάργυρον βλύζετε, τὴν θεραπείαν ἡμῖν, Ἀνάργυροι ἔνδοξοι· ὅθεν τοὺς προσιόντας, τῇ σεπτῇ ὑμῶν σκέπῃ, ῥύσασθε νοσημάτων, καὶ παθῶν ἀνιάτων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανέ, Ῥώμης βλαστήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες τῶν ἰαμάτων, ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν τοῖς ἐν ἀνάγκαις, ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι· ἀλλὰ τῇ ὑμῶν ἐπισκέψει, καὶ τῶν πολεμίων τὰ θράση κατευνάσατε, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασι.

Μεγαλυνάριον.
Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σὺν τῷ θείῳ Δαμιανῷ, νείματε ὑψόθεν, ἀΰλῳ χειρουργίᾳ, τοῖς κατατρυχομένης, ποικίλοις πάθεσι.
Οι Απόστολοι του Χριστού
 
 
Αν ο Ιανουάριος είναι ο μήνας των Αγίων Πατέρων, διότι στη διάρκεια του τιμούμε τις μνήμες μεγάλων Πατέρων, με πρώτη τη μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου και τελευταία τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών, ο Ιούνιος είναι ο μήνας των Αγίων Αποστόλων. Γιατί κορυφαία γιορτή το μήνα αυτό είναι η γιορτή της μνήμης των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και αμέσως μετά από αυτή είναι η γιορτή της Σύναξης των Δώδεκα Αποστόλων.
Τιμούμε τους Αποστόλους, διότι είναι πρώτοι στην αγιοκατάταξη. Είναι οι πρώτοι μετά τον Ένα. Τον Ιησού Χριστό. Δεν το λέμε εμείς, αλλά ο Απόστολος Παύλος. «Ο Θεός, λέει έθετο εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών..» (Α΄Κορινθ. 12, 28).

Τιμούμε τους Αποστόλους, διότι δέχτηκαν και έφεραν σε πέρας την πιο μεγάλη και επικίνδυνη αποστολή. Έγιναν ψαράδες ανθρώπων. Έτσι τους κάλεσε ο Χριστός: «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4,19).
Γιατί τους ονόμασε αλιείς ανθρώπων; Διότι οι άνθρωποι που ζουν έξω από την αλήθεια του Ευαγγελίου μοιάζουν με τα ψάρια, που ζουν στα βάθη της θάλασσας διαρκώς και δεν βλέπουν ποτέ το φως του ήλιου. Ζώντας στο σκοτάδι της αβύσσου, δεν γνωρίζουν τον ωραίο κόσμο που υπάρχει πάνω από την θάλασσα.
Όπως λοιπόν, οι ψαράδες ανασύρουν με τα δίχτυα τους τα ψάρια, έτσι κι εσείς –είπε στους Μαθητές του ο Χριστός- θα ανασύρετε τις ανθρώπινες ψυχές από το βασίλειο του σκότους. Βέβαια τα ψάρια που πιάνουν οι ψαράδες δεν ζουν στη στεριά. Ενώ οι ψυχές που έλκονται με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, βγαίνουν από το βασίλειο του σκότους και του θανάτου. Περνούν στο βασίλειο της ζωής με το Χριστό. Στο βασίλειο της αιώνιας ζωής.
Ψαράδες ανθρώπων οι Απόστολοι. Αυτή ήταν η μεγάλη και επικίνδυνη συγχρόνως αποστολή τους. Κάθετι μεγάλο είναι και επικίνδυνο. Στοιχίζει. Τους το προείπε ο Χριστός, λέγοντας: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. 10,16).
Γιατί ήταν επικίνδυνο το έργο των Αποστόλων; Διότι είχαν να αντιμετωπίσουν δύο μεγάλους εχθρούς. Το Ιουδαϊκό κατεστημένο από το ένα μέρος. Και τη σιδερόφρακτη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από το άλλο μέρος.
Παρόλα αυτά όμως τα δύο μεγάλα εμπόδια καθώς και άλλα πολλα (όπως την έλλειψη μεταφορικών μέσων και τροφών, την έκθεση τους στις δύσκολες καιρικές συνθήκες, στους κινδύνους από ληστές και θηρία κ.ά.) δεν αρνήθηκαν την αποστολή τους. Ρίχτηκαν πρόθυμα στον αγώνα, πάλαιψαν και νίκησαν. Νίκησαν τα πρόβατα τους λύκους! Και όχι μόνον αυτό, αλλά προσώρησαν ακόμη πιο πέρα. Μετέβαλαν τους λύκους σε πρόβατα! Τους έκαναν πρόβατα της λογικής ποίμνης του Χριστού, της Εκκλησίας.
Πως το κατόρθωσαν αυτό; Με τη δική τους δύναμη; Φυσικά όχι. Γιατί ήταν μηδενικά. Δεν διέθεταν κοσμική δύναμη και σοφία, για να επιβληθούν και να αλλάξουν τους ανθρώπους. Είχαν όμως μπροστά τους τον Ένα. Το Χριστό. Από αυτή την τρισμέγιστη μονάδα πήραν αξία αυτοί, που ήταν μηδενικά. Όπως, αν έχεις πολλά μηδενικά δεν έχεις τίποτε. Αν όμως μπροστά στα μηδενικά βάλεις τη μονάδα, έχεις εκατομμύρια.
Το μεγαλειώδες έργο τους ήταν έργο Θεού. Εκείνοι αφοσιώθηκαν στο θέλημα του. Υπέμειναν κόπους και πόνους, θλίψεις και κακουχίες, στερήσεις και άλλα δεινά. Τα υπέμειναν καρτερικά όλα αυτά και την ατιμία του κόσμου, για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού.
Ο Χριστιανισμός δεν επιβλήθηκε με το ξίφος, αλλά με την αγάπη, το μαρτύριο και τη θυσία. Τη θυσία του θεανθρώπου ιδρυτή του, των πρωτεργατών του Αποστόλων και άλλων πιστών. Σε έντεκα εκατομμύρια υπολογίζονται οι Μάρτυρες μόνο των τριών πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού. Το μαρτύριο για το Χριστό είναι τιμή και δόξα. «Υμίν εχαρίσθητο υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλιπ.1, 29) επισημαίνει ο Απ. Παύλος. Και ο Μέγας Βασίλειος υπογραμμίζει: «Πάντες θνητοί, ολίγοι δε μάρτυρες».
Οι Απόστολοι είναι οι μεγάλοι ευεργέτες της ανθρωπότητος. Οι αναμορφωτές της οικουμένης. Μπήκαν σε μια άνευ προηγουμένου περιπέτεια για τη διάδοση του Χριστιανικού μηνύματος. Και επισφράγισαν την πίστη και τη διδασκαλία τους με τη ζωή και το αίμα τους.
Στην εκδήλωση βράβευσης των αεροπόρων, που έγινε με τη λήξη του Β΄Παγκοσμίου πολέμου, ειπώθηκε πως «ποτέ τόσοι λίγοι δεν ωφέλησαν τόσο πολλούς. Αυτό ισχύει κατεξοχήν για τους Αποστόλους.
Ας το έχουμε πάντα στο νου μας και ας προσέχουμε το θέμα της πίστης μας ως κόρην οφθαλμού. Γιατί πολλοί λυσσομανούν κι εργάζονται με δαιμονικό πείσμα να εγκαθιδρύσουν νέα Οθωμανοκρατία και να μεταβάλλουν την Ορθόδοξη Ελλάδα μας σε χώρα σατανική. Χρειάζεται αγώνας, για να κρατήσουμε την ορθόδοξη πίστη, που με θυσίες μας παρέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι.

Ελευθερία, 29/06/2014
 
Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει μὲ ξεχωριστὴ λαμπρότητα τὴ Σύναξη τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ οἱ μνῆμές τους σὲ διάφορες ἡμερομηνίες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τὸ συλλογικὸ ἑορτασμὸ τιμᾶται σύμπασα ἡ χορεία τῶν μεγάλων αὐτῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς συνεχιστὲς τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῆς γῆς, ἔστρεψαν τὸ ροῦ τῆς ἱστορίας καὶ ἄλλαξαν κυριολεκτικὰ τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου. Χάρη στὸν ἰδικό τους ἀγώνα, τὶς ἀφάνταστες προσωπικὲς τους θυσίες, τὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριό τους ἐθεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία στὸν κόσμο.
Ἡ λέξη «Ἀπόστολος» σημαίνει τὸν ἀπεσταλμένο. Ἐν προκειμένῳ Ἀπόστολοι ὀνομάσθηκαν οἱ ἐκλεγμένοι καὶ καλεσμένοι ἀπὸ τὸν Κύριο Μαθητές Του νὰ συνεχίσουν τὸ σωστικό Του ἔργο, μετὰ τὴν εἰς τοὺς οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴν χαρακτηριστική Του προτροπὴ ἔγιναν οἱ μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».
Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ὡς τὴν Πεντηκοστὴ καλοῦνταν Μαθητές, ἔγινε ἀμέσως μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου, στὴ Γαλιλαία. Εὐθὺς μετὰ τὴ Βάπτισή Του κατευθύνθηκε  στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Γενησαρέτ, ὅπου ἀπευθύνθηκε στοὺς ἐκεῖ ἁλιεῖς, στοὺς ὁποίου εἶπε: «δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». Ἄλλοι, «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν, ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ».
Οἱ μαθητὲς ὁρίσθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο σὲ τρεῖς κύκλους ἤτοι: τὸ στενὸ κύκλο τῶν Δώδεκα, τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα καὶ τὸν εὐρύτατο κύκλο τῶν πολυπληθῶν φίλων Του. Μεγαλύτερη σημασία εἶχε ὁ κύκλος τῶν Δώδεκα. Αὐτοὶ εὑρίσκονταν πλησίον Του καὶ σ’ αὐτοὺς ἀποκάλυψε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ εἶχαν τὴν εὐλογία καὶ τὴ δόξα νὰ ὁρισθοῦν ὡς οἱ κατ’ ἐξοχὴν συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του, διότι μόνο σὲ αὐτοὺς εἶπε: «Ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς, ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ἡμῶν μένῃ». Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοὺς κατέστησε ἐπίσημα διαδόχους καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Ἐπίσης στὸ ὄρος τῆς Γαλιλαίας, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ οἱ ἕνδεκα μαθητές, λίγο πρὶν τὴν Ἀνάληψη, τοὺς εἶπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν... τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
Τὸ ἔργο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων συνεχίσθηκε καὶ συνεχίζεται διὰ τῶν διαδόχων αὐτῶν. Αὐτὴ ἡ άδιάκοπη διαδοχὴ συνεχίζεται ἔως σήμερα καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἀδιάκοπη διαδοχὴ προσώπων καὶ πίστεως καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται ἡ Ἐκκλησία μας Ἀποστολική.Οἱ Ἅγιοι Δώδεκα Ἀπόστολοι εἶναι: ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ( 29 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ( 30 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου ( 30 Ἀπριλίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου ( 9 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ( 24 Σεπτεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος ( 14 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος ( 11 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ( 6 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ( 16 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας ( 19 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ματθίας ( 9 Αὐγούστου), ὁ Ἀπόστολος Σίμων ὁ Ζηλωτής ( 10 Μαΐου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾷ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίῳ καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμᾶς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοῶντας· χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.Ἡ δωδεκάχορδος καὶ εὔσημος νάβλα, τῶν πανευφήμων καὶ σοφῶν Ἀποστόλων, ἐμπνεομένη Πνεύματος ταῖς θείαις αὐγαῖς, πᾶσι μὲν ἐκήρυξεν, εὐσεβείας τὸν φθόγγον, γλώσσας δὲ ἐφίμωσεν, ἀσεβείας τῷ λόγῳ· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν τρανῶς· χαίρετε μύσται, Χριστοῦ καὶ διάκονοι.

Μεγαλυνάριον.Πέτρον Παῦλον Μᾶρκον σὺν τῷ Λουκᾷ, Φίλιππον Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τε καὶ Θωμᾶν, Σίμωνα Ματθαῖον, καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, σὺν θείῳ Ἰακώβῳ, ὕμνοις τιμήσωμεν.
Ἡ πίστι μας εἶνε ἀληθινὴ
 
 
Ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή.  Ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὁδηγεῖ στὴν αἰώνιο ζωή. Οἱ ἄπιστοι θὰ μᾶς ποῦν· Εὔκολα τὸ λέτε, ἔχετε ὅμως ἀποδείξεις;
Ἡ πίστις μας ἔχει ἄπειρες ἀποδείξεις. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε οἱ ἀπόστολοι , τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἡ ζωή, ἡ διδαχὴ καὶ τὸ τέλος τῶν ἀποστόλων βεβαιώνουν, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή.

Τὸ ἔργο δύσκολο, τὰ μέσα φτωχά . Ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς ἀποστόλους σὲ ἔργο δύσκολο.Ὅπως δύσκολο εἶνε νὰ πᾷς κόντρα μὲ τὸ ῥεῦμα, νὰ ξερριζώσης ἕνα αἰωνόβιο πλατάνι, νὰ κάνῃς τὸ βουνὸ πεδιάδα, τόσο καὶ ἀκόμη πιὸ δύσκολο ἦταν τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων. Γιὰ τὸ ἔργο αὐτό, τὴν ἀνατροπὴ δηλαδὴ ὅλου τοῦπαλαιοῦ κόσμου, ποια μέσα χρησιμοποίησε ὁ Χριστός; Ὑπῆρχαν βασιλεῖς, στρατηγοί, φιλόσοφοι, πλούσιοι, ἰσχυροὶ κατὰ κόσμον· διάλεξε ἀπ᾿ αὐτοὺς κανέναν γιὰ συνεργάτη του;Ὄχι. Ἂν ἔπαιρνε ἀπ᾿ αὐτούς, θὰ ἔλεγαν ὅτι μὲ τὴ δύναμί τους ἐπικράτησε. Ἀντιθέτως ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις ἀρνητικές. Ἔτσι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ πῇ, ὅτι ἡ νίκη της ὀφείλεται σὲ ἀνθρώπινη ὑποστήριξι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θαυμάζει πῶς μὲ ἀδύναμα μέσα ὁ Χριστὸς τὰ βάζει μὲ τὸν κόσμο καὶ λέει· «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀ-σθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα κα- ταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά…» (Α΄ Κορ. 1,27)
. Καὶ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς, ὁ Βασίλειος Σελευκείας, λέει· Ὅπως θαυμάζεις ἕνα γιατρό, ποὺ μὲ τιποτένια μέσα κάνει τὸν ἄρρωστο καλά, ἔτσι εἶνε θαυμαστὸς ὁ Θεός, ποὺ μὲ τέτοια ὄργανα, ἀνθρώπους ἁπλοϊκοὺς καὶ ἀγραμμάτους, θεράπευσε τὰ τραύματα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
 
Νέα δημιουργία. Ὅπως αὐτὸς ποὺ χτίζει σπίτι δὲ βάζει τὶς πέτρες στὴν τύχη, ἀλλὰ κάθε πέτρα ἔχει τὴ θέσι της, ἔτσι καὶ στὴν ἁγία Γραφὴ κάθε λέξι εἶνε διαλεγμένη. Ἡ ἁγία Γραφὴ λοιπόν, προκειμένου να περιγράψῃ τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος, λέει στὸ 1ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς «ἐποίησε», δημιούργησε, τὰ ὄντα (Γέν. 1,1,7,16,21,25,27,31). Τὴν ἴδια ὅμως λέξι χρησιμοποιεῖ καὶ στὸ 3ο κεφάλαιο τοῦ Μάρκου, ὅταν περιγράφει τὴν κλῆσι τῶν ἀποστόλων· δὲ λέει «ἐκάλεσε», ἀλλὰ λέει «ἐποίησε»· «καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ᾿ αὐτοῦ» (Μᾶρκ. 3,14) . Δὲν χρησιμοποιεῖ τυχαίως ἢ κατὰ λάθος τὴ  λέξι αὐτή. Τὸ ἔργο ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ τώρα ὁ Χριστὸς ἦταν μιὰ νέα δημιουργία . Καὶ πράγματι· τὸ νὰ πάρῃς ἕναν ἄνθρωπο μέσα ἀπ᾿ τὴ διαφθορὰ καὶ νὰ τὸν ὑψώσῃς στὴ ζωὴ τῆς χάριτος εἶνε μιὰ νέα δημιουργία. Εἶνε ἀνθρωποποιὸς ἡ θρησκεία μας, δημιουργεῖ ἀληθινοὺς ἀνθρώπους. Ὑπηρέται αὐτοῦ τοῦ ἔργου θὰ γίνονταν οἱ ἀπόστολοι. Δὲν ἦταν ὅμως ἕτοιμοι· ἔπρεπε κι αὐτοὶ προηγουμένως νὰκαταρτισθοῦν. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔκανε σ᾿ αὐτοὺς ὁ Χριστός, τὸ νὰ τοὺς καταρτίσῃ καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ κόσμου, ἦταν κάτι δυσκολώτερο ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀστέρων. Πνευματι-κοὶ ἥλιοι καὶ πνευματικοὶ ἀστέρες ἦταν αὐτοί. Λένε, ὅτι κάποιος γλύπτης εἶδε ἕνα μάρμαρο πεταμένο μέσ᾿ στὶς λάσπες. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὸ περιφρονοῦσαν, αὐτὸς τὸ πῆρε, τὸ καθάρισε, ἄρχισε νὰ τὸ δουλεύῃ, καὶ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα μὲ τὴ σμίλη του ἔβγαλε μέσα ἀπὸ αὐτὸ ἕναν ἄγγελο. Καὶ ὁ Χριστὸς πῆρε τὰ λιθάρια τὰ πεταμένα καὶ τὰ ἔκανε τοὺς «δώδεκα θεμελίους» τῆς Ἐκκλησίας του κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι (21,14).
 
Γεῦσις οὐρανοῦ . Οἱ ἀπόστολοι ἀξιώθηκαν νὰ δοκιμάσουν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ γευθοῦν τὸν οὐρανό, καὶ αὐτὴ τὴ γεῦσι μετέδωσαν. Ὅσο ἔμειναν κοντὰ στὸν Κύριο, ῥούφηξαν σὰν σφουγγάρι τὴν ἀλήθεια του, μάζεψαν τὸ ἄρωμά του. Εἶδαν καὶ ἄκουσαν θαύματα πρωτάκουστα, διδασκαλία ἀνεπανάληπτη, ἁγιότητα ποὺ «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3) . Αὐτὰ θησαύρισαν στὴν καρδιά τους. Καὶ τὴ γλυκύτητα  ποὺ δοκίμασαν δὲν τὴν κράτησαν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Σαμψὼν εἶδε κάποτε μέσα ἀπὸ μία σιαγόνα ψόφιου λιονταριοῦ νὰ τρέχῃ μέλι. Τὸ δοκίμασε κ᾿ ἔδωσε ἀπ᾽ αὐτὸ καὶ στοὺς γονεῖς του νὰ γευθοῦν (βλ. Κριτ. κεφ. 14) . Ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, οἱ νέοι Σαμψών· βρῆκαν μέλι, καὶ εἶπαν στὸν κόσμο· «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33,9).
Μόνο κίνητρο ἡ πίστις . Ἂν πιάσετε ἑκατὸ ἀνθρώπους στὸ δρόμο καὶ τοὺς ρωτήσετε,Γιατί τρέχετε, τί κυνηγᾶτε; θὰ δῆτε ὅτι καθένας ἔχει κάποιο ἐφήμερο σκοπό· ὁ ἕνας τὸ χρῆμα, ὁ ἄλλος τὴ δόξα, ὁ ἄλλος «οἶστρον ἀκολασίας» (τροπ. Κασ.) . Οἱ ἀπόστολοι τί  κίνητρο εἶχαν ὅταν διέτρεχαν τὸν κόσμο; Μήπως τὸ χρῆμα; Ψάξτε τὶς τσέπες τους. Κάποιος ἀνάπηρος ζήτησε ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν Πέτρο, κι αὐτὸς εἶπε· «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει» (Πράξ. 3,6) . Οἱ σημερινοὶ κληρικοὶ μποροῦν νὰ ποῦν «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι» ;
Πῆγε στὴ Ῥώμη κάποιος ἐπισκέπτης παλαιότερα. Ὁ πάπας τοῦ ἔδειχνε τοὺς θησαυροὺςκαὶ ἔλεγε μὲ καμάρι· –Εἶχε τέτοια ὁ Πέτρος; –Ὁ Πέτρος, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἐπισκέπτης, δὲν εἶ-χε αὐτά, εἶχε ὅμως κάτι ἀνώτερο· μπορεῖς ἐσὺ νὰ ἐπαναλάβῃς τὸ λόγο του,
«Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγειρε καὶ περιπάτει»;…Ποιό λοιπὸν τὸ κίνητρο τῶν ἀποστόλων; τὸ χρῆμα; Ὄχι. Μήπως ἡ δόξα; Ὁ Παῦλος λέει στὸ σημερινὸ ἀπόστολο· «Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα  ἕως ἄρτι» (Α΄ Κορ. 4,13). Τοὺς περιφρονοῦσαν, τοὺς κολλοῦσαν ρετσινιές. Μήπως κίνητρο ἦταν οἱ ἡδονές; Οὔτε νὰ φᾶνε οὔτε ν᾿ ἀναπαυθοῦν προλάβαιναν. «Ὑποπιάζω μου τὴν σάρκα καὶ δουλαγωγῶ» (ἔ.ἀ. 9,27) , βεβαιώνει ὁ Παῦλος. Ποιόλοιπὸν ἦταν τὸ κίνητρο τους;
Ἡ πίστις . Ἡ πίστις, ὅτι αὐτὸ ποὺ κηρύττουν εἶνε ἡ ἀλήθεια. Ὑπέγραψαν μὲ τὸ αἷμα τους . Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲ βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα· βγῆκε μέσα ἀπ᾿ τὸ καμίνι τῆς ζωῆς καὶ τῆς δοκιμασίας. Καὶ τέλος τὸ ὑπέγραψαν μὲ μαρτύριο, μὲ τὸ αἷμα τους. Σύμφωνα μὲ τὸ μηναῖο ὁ Πέτρος σταυρώθηκε μὲ τὸ κεφάλι κάτω καὶ ὁ Παῦλος ἀποκεφαλίσθηκε, στὴ Ῥώμη καὶ οἱ δυό.
Ὁ Ἀνδρέας ἔφθασε στὸ Βυζάντιο καὶ κατέληξε στὴν Πάτρα, ὅπου σταυρώθηκε χιαστί. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου φονεύθηκε στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπ᾿ τὸ μαχαίρι τοῦ Ἡρῴδη. Ὁ Φίλιππος σταυρώθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Βαρθολομαῖος σταυρώθηκε στὶς Ἰνδίες, ὅπου ἐπίσης μαρτύρησε καὶ ὁ Θωμᾶς πληγωμένος ἀπὸ λόγχες. Ὁ Ματθαῖος κάηκε ζωντανὸς στὴν Ἱεράπολι τῆς Συρίας. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου σταυρώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ὁ Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος ἢ Ἰούδας Ἰακώβου κρεμάστηκε στὴν
πόλι Ἀραρὰτ καὶ ξεψύχησε ἀπὸ βέλη ποὺ τοῦ ἔρριξαν. Ὁ Σίμων ἢ Ναθαναὴλ σταυρώθηκε στὴν Ἀφρική. Ὁ Ματθίας μαρτύρησε στὴν Αἰθιοπία. Ὅλοι εἶχαν μαρτυρικὸ τὸ τέλος, ἐκτὸς μόνο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἔγραψε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψι. Ὅλοι, μὲ τὴ ζωή,τὴ διδασκαλία, τὸ ἔργο καὶ τὸ μαρτύριό τους,βεβαίωσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας.
Μὲ τί ἄνθη νὰ τοὺς στεφανώσουμε , ἀδελφοί μου; «Ποίοις πνευματικοῖς ᾄσμασι» νὰ τοὺς «ἐπαινέσωμεν» ; (στιχ. ἑσπ. κθ΄ Ἰουν.) . Μαζὶ μὲ κάποιον διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας λέμε· Τί νὰ σᾶς ὀνομάσουμε, ἅγιοι ἀπόστολοι; μέλισσες; ὄρη; ποταμούς; καρποφόρα δένδρα; ἀετούς; σάλπιγγες; γεωργούς; λέοντας πῦρ πνέοντας; Ἄτλαντες; Ἐγὼ θὰ τοὺς παρομοιάσω μὲ δύο εἰκόνες. Ἡ μία εἶνε οἱ ψαρᾶδες , καὶ ἡ ἄλλη πρόβατα Ἰησοῦ Χριστοῦ .
«Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» , τοὺς εἶπεὁ Κύριος (Ματθ. 10,16) . Φανταστῆτε δώδεκα προβατάκια νὰ τὰ ῥίξουν στὶς χαράδρες τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βιτσίου· οἱ λύκοι δὲ θ᾿ ἀφήσουν οὔτεκόκκαλο. Καὶ ὅμως ἐδῶ, ὄχι μόνο δὲν κατέβαλαν οἱ λύκοι τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿αὐτὰ μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἀγάπη τους μετέβαλαν τοὺς λύκους καὶ τοὺς ἔκαναν κι αὐτοὺς ἀρνιά. Καὶ πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου «Καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός» (Ἠσ. 11,6) . Εἶνε δυνατὸν λύκος νὰ βόσκῃ μαζὶ μὲ ἀρνί; Αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ ἔγινε.
 
Ἂς τιμήσουμε τοὺς ἀποστόλους . Ὅταν στὸν τελευταῖο πόλεμο τ᾿ ἀεροπλάνα τοῦ Χίτλερ ἀπειλοῦσαν τὸ Λονδῖνο, ἡ Ἀγγλία σώθηκε ἀπὸ λίγους ἀεροπόρους ποὺ ἀπεμάκρυναν τοὺς Γερμανούς. Τότε ἕνας Ἄγγλος πολιτικὸς εἶπε· «Ποτέ δὲν ὠφείλοντο τόσο πολλὰ σὲ τόσο λίγους». Ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἐκεῖνος γιὰ τοὺςἀεροπόρους, ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἀποστόλους. Ἡ ἀνθρωπότης ὀφείλει τὸ πᾶν στοὺς δώδεκα ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας.
Εἴθε ἡ ἱεραποστολὴ νὰ ξανανθίσῃ, ἡ πατρίδα μας νὰ γίνῃ πάλι ἔθνος ἱεραποστολικό, καὶ νέοι Πέτροι καὶ Παῦλοι νὰ τρέξουν νὰ κηρύξουν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
 

Ἀπομαγνητοφωνημένη ἑσπερινὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν αἴθουσα τῆς ὁδ. Ζωοδ. Πηγῆς 44 Ἀθηνῶν τὴν 30-6-1963.