Ο γιοι ατοί, κβιάζονταν π τν παρχο Μάξιμο ν θυσιάσουν στ εδωλα κα πειδ ρνήθηκαν μολογώντας τν Χριστό, ποκεφαλίστηκαν.
ταν δ γιος Μωκιανς βάδιζε στν τόπο τς κτέλεσής τους, τν κολούθησαν γυνακα κα τ παιδι του κλαίγοντας. Τότε γιος, ντ ν δειλιάσει επε στν οκογένειά του ν μὴν κλαίει λλ ν χαίρεται γι τ μαρτύριο πο το ξιώνει Θεός.
ν ντίθετα γυνακα το γίου Μάρκου, ταν ποκεφαλίστηκε ντρας της, πρε τ κεφάλι του στ χέρια της μ χαρ σν πολύτιμο θησαυρό.
Τ Καρπενήσι, κα συγκεκριμένα τ χωρι Μέγα, εναι τόπος που γεννήθηκε νέος σιομάρτυρας Γεράσιμος, κα κατ κόσμον Γεώργιος.
νδεκα χρονν, πγε στν Κωνσταντινούπολη κα παρέμεινε κοντ σὲ ναν παντοπώλη. Κάποια μέρα, μετέφερε πάνω στ κεφάλι του να χάλκινο δίσκο, πο εχε  πινάκια γεμάτα πηγμένο γάλα. Σ κάποια στιγμ μως γλίστρησε, το πεσε δίσκος μ τ πινάκια κα το σπασαν λα. Κα ν κλαιγε μέσα στ δρόμο γι τ δυστυχία πο τν βρκε, τν πρε κοντ της μι πίσημη θωμανίδα κυρία, πο τν παρηγόρησε. Στὴν συνέχεια μ διάφορες περιποιήσεις, τν ξεγέλασε κα κατάφερε ν τν ξισλαμίσει.
Μετ π πολλ χρόνια Γεώργιος, κατάλαβε τ μάρτημά του κα φυγε γι τν πατρίδα του. ργότερα πγε στ γιο ρος, κάρη μοναχς κα νομάστηκε Γεράσιμος. πιθυμώντας μως τ μαρτύριο, πέστρεψε στ βασιλεύουσα κα ποκήρυξε τν σλαμισμό.
Κατόπιν μπροστ στν πρώην κύριό του, κήρυξε μ θάρρος τν πίστη του στν Χριστό. Παρ τς κολακεες κα τ βασανιστήρια, Γεράσιμος μεινε μετακίνητος στν πίστη του. Τότε, στς 3 ουλίου 1812 τν ποκεφάλισαν στ Μπαμπ Χουμάϊ τς Κωνσταντινούπολης. Τότε ταν 25 χρονν.
Τ λείψανο το γίου, νταφιάστηκε στν ρχ στ νησ Πρώτη. ργότερα μεταφέρθηκε στ Μον το Πυρσο στ Καρπενήσι.
Εκόνα το γίου βρίσκεται τυπωμένη στν κολουθία του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ Μεγάλου Χωρίου ἔνθεον βλάστημα, Εὐρυτανίας δὲ γέρας καὶ ἐγκαλλώπισμα, καταισχύνας τὸν ἐχθρὸν στερρᾷ ἀθλήσει σου, Ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἀνεδείχθης ἀληθῶς Γεράσιμε Ἀθλοφόρε. Διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ τῶν πίστει εὐφημούντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις Ἅγιε, ἀθλητικαῖς μαρμαρυγαῖς, Ὁσιομάρτυς Γεράσιμε, καταπαλαίσας ἐχθρὸν τὸν ἀλάστορα.

Μεγαλυνάριον.
Ἤθλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, καὶ διπλῶν βραβείων, ἠξιώθης περιφανῶς· ἐντεῦθεν τὸ Μέγα, Χωρίον ἡ πατρίς σου, ἐν σοὶ Ὁσιομάρτυς, χαίρει Γεράσιμε.
εκόνα της, πάντα σύμφωνα μ προφορικς παραδόσεις πο βρίσκονται στ Μον Χιλανδαρίου, βρισκόταν στ Λαύρα το σιου Σάββα το γιασμένου.
Πρν πεθάνει σιος Σάββας επε σ' ατος πο ταν γύρω π τ κρεβάτι του, τι κάποτε θ πισκεφθε τ Λαύρα κάποιο βασιλοπαδι, Σάββας νομαζόμενος κα ατός. Ν το δοθε λοιπν εκόνα τς Παναγίας Γαλακτοτροφούσης σν ελογία.
Γεγονς πο γινε τν 13ο αἰῶνα, ταν τ Λαύρα πισκέφθηκε γιος Σάββας Σέρβος, κτήτορας τς Μονς Χιλανδαρίου το γίου ρους. Ατς μετέφερε τν γία ατ εκόνα στ γιον ρος, κα συγκεκριμένα στ μον τν ποία διος δρυσε.
Σήμερα βρίσκεται σ κκλησία τν Καρυν το γίου ρους, πο πόκειται στ Μον Χιλανδαρίου, κα εναι τοποθετημένη στ δεξι μέρος το τέμπλου, που κανονικ θ πρεπε ν ταν Κύριος, πο βρίσκεται στ ριστερ μέρος το τέμπλου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν θείαν σου Εἰκόνα ὡς τῆς δόξης σου σκήνωμα, Γαλακτοτροφοῦσα Παρθένε, προσκυνοῦντες δοξάζομεν· ἐκ ταύτης γὰρ πηγάζεις μυστικῶς, τὸ γάλα τῶν ἀΰλων δωρεῶν, καὶ ἐκτρέφεις τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου ἀφάτῳ χρηστότητι.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὴν μητρικῶς θηλάζουσαν ὥσπερ βρέφος, τὸν ἐξ αὐτῆς ἀνερμηνεύτως γεννηθέντα, τὴν μόνην Θεοτόκον ὑμνήσωμεν, τὴν γαλακτοτροφοῦσαν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν· πολλῶν γὰρ κινδύνων ἡμᾶς ῥύεται.

Μεγαλυνάριον.
Γαλακτοτροφούσης τὴν ἱεράν, καὶ σεπτὴν Εἰκόνα, προσκυνήσωμεν ἀδελφοί· χάριν γὰρ βλυσταίνει, ἀρρήτου συμπαθείας, καὶ θάλπει τὰς καρδίας, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Καταγόταν π τν Καισάρεια τς Καππαδοκίας κα ζησε στ χρόνια του ατοκράτορα Τραϊανο (98 – 117).
ταν νθρωπος μ ξαιρετικ συμπεριφορ κα διετέλεσε κουβικουλάριος το ατοκράτορα. Διεκπεραίωνε τ καθήκοντά του μέσα στ παλάτι κατ  τν καλύτερο τρόπο. ταν προσεκτικς κα δὲν μολύνθηκε π τ χλιδ τν νακτόρων. ψυχή του λόκληρη ταν δοσμένη στὸν Σωτρα Χριστό.
Γι’ ατό, ταν Τραϊανς διέταξε διωγμ κατ τν χριστιανν, άκινθος δὲν δίστασε ν μολογήσει μπροστ στν ατοκράτορα τι εναι χριστιανός. Τραϊανς ξεπλάγη κα το επε τι εναι χάριστος, γι τν μπιστοσύνη κα τν πόληψη πο το πρόσφερε τ παλάτι. Τότε άκινθος μ ψυχικ νεση πάντησε: «ν εγνωμοσύνη εναι ρετή, βασιλιά, ποι πολογία θ μπορέσω ν δώσω ρνούμενος τὸν Σωτρα μου Χριστό, ποιος χυσε γι μένα τ αμα του, ποος μοῦ χάρισε τν πίστη, τν λπίδα, τν γάπη, ποῖος μου δίνει λιμάνι στς τρικυμίες τς ψυχς, παρηγορι στὴν θλίψη, σφάλεια στ κύματα, θώρακα στς δοκιμασίες; Κα ποος μοῦ πιφυλάσσει συμμετοχ αώνια στὴν βασιλεία Του κα τὴν δόξα;».
Τραϊανός, στενοχωρημένος π τ λόγια τοῦ ακίνθου, διέταξε ν τν φυλακίσουν χωρς ν το δίνουν καθόλου φαγητό, κτς κα ν θελε ν φάει εδωλόθυτα. Σαράντα ἡμέρες πέρασε τσι άκινθος, χωρς ν γγίξει τ εδωλόθυτα. Τν 41η, μως, παρέδωσε τ πνεμά του στν Κύριο.
( μνήμη το γίου ατο, μαζ μ’ ατ το γιου Διομήδη, π ρισμένους Συναξαριστές, παναλαμβάνεται περιττς κα τν 3η ουνίου).

πολυτίκιον. χος δ'. Ταχ προκατάλαβε.
ς Λίθος άκινθος, τς κκλησίας Χριστο, στράπτεις τος πέρασι, τας τν χαρίτων αγαῖς, παμμάκαρ άκινθε· σ γρ μολογίᾳ, πυρσωθες εσεβείας, λαμψας ν θλήσει, τ το Λόγου μιμήσει· ντεθεν καταφαιδρύνεις, τος σ γεραίροντας.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς τερπνὸς ὑάκινθος καὶ πανευώδης, διαπνέεις πάντοτε, τῆς ἀληθείας τὴν ὀσμήν, τοῖς ἐκ ψυχῆς ἐκβοῶσί σοι· χαίροις Μαρτύρων τὸ κλέος Ὑάκινθε.

Μεγαλυνάριον.
Νεότητος ἄνθει ἀθλητικήν, εὔχροιαν ἀνθήσας, ὑακίνθινον καὶ τερπνήν, ἄνθος θυμηδίας, χαρίτων διαπνοίᾳ, ὤφθης τῇ Ἐκκλησίᾳ, Μάρτυς Ὑάκινθε.