ΠΑΥΛΟΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ
 
Θεολόγου – Καθηγητού 
 
      Ο μέγας Απόστολος των Εθνών Παύλος δεν ανήκε στη χορεία των δώδεκα Αποστόλων. Δε γνώρισε τον Κύριο όσο ζούσε στη γη, αλλά αποκαλύφτηκε κατόπιν σε αυτόν και κλήθηκε να γίνει απόστολός Του, όντας αυτός πολέμιος της Εκκλησίας.
      Γεννήθηκε γύρω στο 15 μ. Χ. στην Ταρσό της Κιλικίας από Ιουδαίους γονείς. Ονομαζόταν Σαούλ, έχοντας και το ρωμαϊκό όνομα Παύλος. Οι εύποροι γονείς του έδωσαν υψηλή παιδεία. Επίσης το αξιόλογο ελληνιστικό πνευματικό κλίμα της Ταρσού επέδρασαν θετικά στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Ανήκε δε στην αίρεση των Φαρισαίων.

     Γύρω στο 34 μ. Χ. βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ να σπουδάζει κοντά στον ονομαστό νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ. Ο νεαρός φαρισαίος Παύλος έδειξε ιδιαίτερο ζήλο για τη διάσωση της θρησκείας του. Τον συναντούμε συμμέτοχο στον λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου και λίγο αργότερα φανατισμένο διώκτη των Χριστιανών. Παρασυρμένος από τον υπέρμετρο ζήλου του και το μίσος του κατά των πιστών του Ιησού, ζήτησε από τον αρχιερέα να τεθεί επικεφαλής αποσπάσματος, που θα βάδιζε προς τη Δαμασκό, για να συλλάβει  τους εκεί Ιουδαίους που είχαν γίνει Χριστιανοί και να τους σύρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ.
 
       Όμως καθ’ οδόν είδε ένα εκτυφλωτικό φως, το οποίο τον τύφλωσε. Ταυτόχρονα άκουσε μια φωνή να του λέγει: «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;». Ο τρομοκρατημένος Παύλος ρώτησε: «ποιος είσαι Κύριε;» και απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς τον οποίο εσύ διώκεις» (Παρξ.9,4-6). Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός συντάραξε τον Παύλο, μετανόησε και αφού μπήκε στην πόλη συναντήθηκε με τον επί κεφαλής της Εκκλησίας Ανανία, ο οποίος τον θεράπευσε θαυματουργικά από την τύφλωση, τον κατήχησε και τον βάπτισε.
      Από τότε ο Παύλος έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ύστερα από μια επιμελή προετοιμασία ανέλαβε να εκχριστιανίσει τους εθνικούς, δηλαδή τους μη Ιουδαίους. Μετά την απόσυρσή του στην έρημο της Αραβίας και με συνοδεία του Βαρνάβα και του Μάρκου, ξεκίνησε το 48 μ. Χ. για την πρώτη αποστολική περιοδεία του. Πρώτος σταθμός τους ήταν η Σαλαμίνα και ύστερα η Πάφος της Κύπρου, όπου κήρυξαν και ίδρυσαν εκκλησίες. Κατόπιν διάβηκαν στην Μικρά Ασία και περιόδευσαν στις πόλεις Πέργη της Παμφυλίας, στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στο Ικόνιο, τα Λύστρα, την Δέρβη και αλλού. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που συνάντησαν και τις διώξεις που υπέστησαν, το κήρυγμά τους σημείωσε επιτυχία. Σε όλες τις πόλεις ίδρυσαν τοπικές εκκλησίες. Μέσω της Αττάλειας επέστρεψαν στην Αντιόχεια. 
 
      Στη συνέχεια έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (48 μ. Χ.), η οποία έλυσε σοβαρά θέματα ιεραποστολής. Σε αυτή ο Παύλος έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Κατόρθωσε να πείσει ότι η αποστολή του Ιουδαϊσμού τελείωσε και πως η χάρη του Θεού έρχεται σε κάθε άνθρωπο, που συντάσσεται με το Χριστό. Πως ο αναγκαστικός νόμος της Παλαιάς Διαθήκης παραχώρησε τη θέση του στην ελευθερία της χάρητος του Θεού.  
     Ύστερα με συνεργάτη του τον Σίλα αναχώρησε για την δεύτερη αποστολική περιοδεία του.   Μέσω της Συρίας και Κιλικίας περιόδευσε τις πόλεις της Ασίας Δέρβη και Λύστρα. Εκεί συνάντησαν τον ευσεβή νέο Τιμόθεο, το οποίο πήραν και μαζί τους. Διάβηκαν την Φρυγία, την Γαλατία, έφτασαν στην Μυσία και ακολούθως στην Τρωάδα. Κατόπιν οράματος πέρασαν στην Μακεδονία και ίδρυσαν εκκλησίες στους Φιλίππους, την Θεσσαλονίκη, την Βέροια, την Αθήνα και την Κόρινθο, στην οποία έμειναν περίπου ενάμισι χρόνο στο σπίτι του Ακύλα και της Πρισκίλας. Με το τέλος και της δεύτερης περιοδείας ο Παύλος έφτασε στην Έφεσο και από εκεί μέσω Καισάρειας στην Ιερουσαλήμ. Κατόπιν επέστρεψε στην Αντιόχεια.
 
       Σύντομα πραγματοποίησε την Τρίτη αποστολική περιοδεία του. Επισκέφτηκε την Γαλατία, την Φρυγία και κατέληξε στην Έφεσο, όπου έμεινε τρία χρόνια διδάσκοντας και στηρίζοντας τους πιστούς. Μετά ήλθε στην Τρωάδα, πέρασε ξανά στους Φιλίππους, στην Θεσσαλονίκη, στην Βέροια, ίσως στην Ήπειρο και τερμάτισε στην Κόρινθο, όπου έμεινε τρεις μήνες.
 
        Μέσω Τρωάδος, Μιλήτου και Καισάρειας έφτασε και πάλι στην Ιερουσαλήμ. Εκεί συνελήφθη ως ταραχοποιός και οδηγήθηκε σε δίκη. Ως ρωμαίος πολίτης, απαίτησε να δικαστεί στο αυτοκρατορικό δικαστήριο της Ρώμης. Γι’ αυτό αναχώρησε δέσμιος ακτοπλοϊκώς για την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Κοντά στη νήσο Μελίτη ναυάγησε το πλοίο και βγήκαν στην ξηρά όπου κήρυξε και ίδρυσε και εκεί εκκλησία. Τελικά έφθασε στη Ρώμη, όπου ύστερα από δύο χρόνια σχετικού περιορισμού δικάστηκε και αθωώθηκε.
       Από την Ρώμη έπλευσε στην Κρήτη, όπου αφήκε επίσκοπο τον συνεργάτη του Τίτο, ανέβηκε στην Κόρινθο, στην Μακεδονία και επισκέφτηκε πιθανότατα την Νικόπολη της Ηπείρου το Φθινόπωρο του 66 μ. Χ., όπου και παραχείμασε. Μετά πέρασε και πάλι στην Ασία, όπου αφήκε τον Τιμόθεο, αφού τον κατέστησε επίσκοπο στην Έφεσο. Η τέταρτη και τελευταία περιοδεία του μεγάλου αποστόλου τερματίστηκε στην Ισπανία. Κατόπιν κατάκοπος και τσακισμένος από τις κακουχίες κατέληξε στην Ρώμη. Οι διωγμοί κατά των Χριστιανών, που είχε κηρύξει ο Νέρων βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Ο Παύλος κατέστη ο κύριος στόχος των ειδωλολατρών. Έτσι γύρω στο 67 μ. Χ. συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε, σφραγίζοντας έτσι το τιτάνιο ιεραποστολικό του έργο με το μαρτύριό του.
       Ο μεγάλος αυτός Απόστολος μας άφησε και δεκατέσσερις επιστολές, οι οποίες κατέχουν σπουδαία θέση στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Αυτές είναι: 1) Η προς Ρωμαίους, 2) προς Κορινθίους Α΄, 3) προς Κορινθίους Β΄ 4) προς Γαλάτας, 5) προς Εφεσίους, 6) προς Φιλιππησίους, 7) προς Κολασσαείς, 8) προς Θεσσαλονικείς Α΄, 9) προς Θεσσαλονικείς Β΄,10) προς Τιμόθεον Α΄,11) προς Τιμόθεον Β΄,12) προς Τίτον, 13) προς Φιλήμονα και 14) προς Εβραίους.
 
      Η σεπτή του μνήμη εορτάζεται ομού με του άλλου κορυφαίου αποστόλου Πέτρου στις 29 Ιουνίου.
 
Απόστολος: Β΄ Κορ. ια΄ 21-ιβ΄ 9
Ευαγγέλιο: Ματθ. ιστ΄13-19
 
Πέτρος και Παύλος. Δυο πρόσωπα στα οποία είναι αφιερωμένη η σημερινή γιορτή. Δυο πρόσωπα τα οποία δεσπόζουν στα σημερινά αναγνώσματα. Στον μεν Απόστολο κυριαρχεί το όνομα του Παύλου, στο δε Ευαγγέλιο ξεχωρίζει το όνομα του Πέτρου. Και τούτο γιατί σήμερα τιμά η Εκκλησία τη μνήμη των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Η διαχρονική δε τιμή των δυο Αποστόλων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι εικόνες των δυο Αποστόλων είναι τοποθετημένες δεξιά και αριστερά της εικόνας της «δέησης» στο εικονοστάσι.
Ο Απόστολος Πέτρος μεριμνά κυρίως για τους Χριστιανούς που προήλθαν από την τάξη των Ιουδαίων, ο δε Απόστολος Παύλος έχοντας σαν αφετηρία τους Ιουδαίους απευθύνεται, στη συνέχεια, στα έθνη, στους ειδωλολάτρες, για τούτο και χαρακτηρίζεται Απόστολος των «Εθνών».

Και οι δυο τους, όπως και οι άλλοι Απόστολοι, επωμίζονται ένα δύσκολο έργο, να πορευθούν σε όλα τα έθνη μεταφέροντας το μήνυμα της σωτηρίας δια του Ιησού Χριστού. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Κύπρος περιλαμβάνεται μεταξύ των πρώτων περιοχών που δέχθηκε το μήνυμα αυτής της σωτηρίας δια των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα.
Οι Απόστολοι, παρά το ότι φαίνεται ότι δρουν σε συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, εν τούτοις το έργο τους είναι κοινό, καθολικό, δηλαδή η φροντίδα «πασών των Εκκλησιών». Και όχι μόνο. Πέραν από το  ενδιαφέρον για το σύνολο των Εκκλησιών εκδηλώνουν ενδιαφέρον για τον κάθε πιστό ξεχωριστά. Ακούσαμε σήμερα τον Απόστολο Παύλο να τονίζει «τις ασθενεί και ουκ ασθενώ, τις σκανδαλίζεται, και ουκ εγώ πυρούμαι;»
Κατά συνέπεια η φροντίδα τους, δεν περιοριζόταν μόνο στο κήρυγμα, αλλά το ξεχωριστό ενδιαφέρον για κάθε μέλος της Εκκλησίας, καθώς και τα προβλήματα του. Σαν καλοί ποιμένες συμπάσχουν με το ποίμνιο τους, τους πιστούς, παραμερίζοντας τα δικά τους προβλήματα. Γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Χριστιανούς της Κορίνθου: «Είμαι ελεύθερος, χωρίς εξάρτηση από κανέναν. Κι όμως έκανα τον εαυτό μου σκλάβο όλων για να κερδίσω όσο το δυνατό πιο πολλούς. Ανάμεσα στους Ιουδαίους συμπεριφέρθηκα σαν Ιουδαίος για να τους κερδίσω για το Χριστό κι ενώ εγώ ο ίδιος δεν είμαι πιο κάτω από την αυθεντία του νόμου, ανάμεσα σ’ αυτούς που είναι, συμπεριφέρθηκα σαν να ήμουν και εγώ, για να τους κερδίσω για το Χριστό. Παρόμοια, όταν βρισκόμουν μ’ αυτούς που αγνοούν το νόμο του Μωυσή, για να τους κερδίσω ζούσα κι εγώ σαν ξένος προς το νόμο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπακούω στο νόμο του Θεού, αφού είμαι δεμένος με το νόμο του Χριστού. Με όσους έχουν πίστη αδύνατη έγινα το ίδιο για να κερδίσω τους αδύνατους στην πίστη. Για τους πάντες έγινα τα πάντα, έτσι ώστε με κάθε τρόπο να σώσω μερικούς. Κι όλα αυτά τα κάνω για το Ευαγγέλιο ώστε να μπορέσω και εγώ να συμμετάσχω στα αγαθά του» (Α΄ Κορ. θ΄ 19-23).
Όντας «συγκοινωνοί» του Ευαγγελίου θέλησαν οι Απόστολοι, μέσα από τη δραστηριότητα και τη διδασκαλία τους να καταστήσουν συγκοινωνούς και όλος τους πιστούς. Αυτή η φροντίδα εκφράζεται μέσα από τις 14 επιστολές του Απόστολου Παύλου καθώς και τις επτά καθολικές επιστολές, δηλαδή δυο του Πέτρου, τρεις του Ιωάννη, μια του Ιακώβου και μια του Ιούδα. Τα «ρήματα αιωνίου ζωής» ολοκληρώνονται μέσα από τα ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννου, καθώς και την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Τέλος σε ότι αφορά το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, πέραν από την αναφορά στην ίδρυση της Εκκλησίας και τη ζωή των πρώτων χριστιανών καταγράφουν ιδιαίτερα τη δράση των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, τη μνήμη των οποίων τιμούμε σήμερα.
Όμως πως και γιατί είναι κορυφαίοι οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος; Παρά το αρνητικό και για τους δυο, αφού ο μεν Πέτρος αρνήθηκε το Διδάσκαλο του και μάλιστα με όρκο, ο δε Παύλος γιατί υπήρξε διώκτης του και των Χριστιανών, εν τούτοις, στη συνέχεια με τη μεταστροφή και δράση τους έγιναν η «πέτρα» πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η Εκκλησία και το «σκεύος εκλογής», δια μέσου των οποίων κατέστησαν και τους ανθρώπους, συγκοινωνούς της σωτηρίας.
Ο Απόστολος Πέτρος, πολλές φορές μιλά και εκ μέρους των άλλων Αποστόλων. Τον ακούσαμε να απαντά σήμερα στο καίριο ερώτημα του Ιησού: «Υμείς τινά με λέγεται είναι»; «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού τον ζώντος».
Σε άλλη περίπτωση όταν ο κόσμος παρεξήγησε τους λόγους του Ιησού για κοινωνία του σώματος και το αίματος του, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να φεύγουν, τότε ο Ιησούς είπε και στους μαθητές του αν ήθελαν να φύγουν για να πάρει απάντηση από τον Πέτρο: «Και σε ποιον να πάμε, Κύριε; Εσύ κατέχεις τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή» (Ιωάν. στ΄ 67-68). Πεπεισμένος για τα πιο πάνω για το πρόσωπο του Ιησού ο Πέτρος θα μιλήσει κατά την Πεντηκοστή στα πλήθη καλώντας τα σε μετάνοια και πίστη και τα οποία επιβεβαίωσε ο ίδιος μέσα από τη ζωή του.
Ο Απόστολος Παύλος, αν και δεν ανήκει στην αρχική ομάδα των μαθητών μετά την απ’ ευθείας κλήση του από το Χριστό. Η πορεία προς τη Δαμασκό υπήρξε καθοριστική όχι μόνο για τον Παύλο, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο. Πέραν από την απ’ ευθείας εκλογή του από τον Ιησού οδηγήθηκε στην τιμή και την καταξίωση μέσα από τις πολλές δοκιμασίες που ακούσαμε στο σημερινό Απόστολο. Με τις τέσσερις περιοδείες του σε Κύπρο, Μικρά Ασία, Ελλάδα, Μάλτα και Ρώμη θα καταστεί δικαιολογημένα Απόστολος των Εθνών. Δίκαια χαρακτηρίστηκε σαν ο «Πρώτος μετά το Ένα», δηλαδή το Χριστό. Κανένας πνευματικός άνθρωπος δεν άσκησε τόση επίδραση πάνω στην ανθρωπότητα, όσο ο Απόστολος Παύλος.
Αδελφοί μου, αυτά είναι τα πρόσωπα που τιμούμε σήμερα, ανθρώπινα, αλλά και ουράνια. Άνθρωποι που έσφαλαν, αλλά που αξιοποίησαν θετικά το σφάλμα τους. Οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος επηρέασαν την πορεία του πολιτισμού αφού καθόρισαν με τη διδασκαλία τους ότι: «η ψυχή του πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής». Μέσα από την αυτοθυσία τους έγιναν τα διαχρονικά πρότυπα για όλους. Ας τους μιμηθούμε. Ας πειθαρχήσουμε στην προτροπή του Αποστόλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α΄ Κορ. ια΄1).  Αμήν.

Θεόδωρος Αντωνιάδης – Μητρόπολη Πάφου

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἡ ἡρωικότερη ἀποστολικὴ μορφὴ τῆς πρώτης Χριστιανικῆς περιόδου, ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος καὶ ὁ σπουδαιότερος παιδαγωγὸς τῆς Οἰκουμένης, ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀγωνιστὴς καὺ φυτουργὸς τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζονται μὲ τὸ μεγαλύτερο θαυμασμὸ καὶ ἐξυμνοῦν μὲ τὰ καλύτερα λόγια τὴν προσωπικότητά του, τὸ καταπληκτικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο του καὶ τὴ μοναδικὴ διδασκαλία του. Μάλιστα ὁ κυριότερος ἑρμηνευτής του, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐκ τῶν κορυφαίων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εὔστοχα τὸν χαρακτηρίζει ὡς «τὸν πρῶτον μετὰ τὸν Ἕνα» καὶ συνιστᾶ «μὴ θαυμάζειν μόνον ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθαι τὸ ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς». Ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ παιδείας, ἔφερε τὸ ἀληθινὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐγεννήθηκε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 5 – 15 μ.Χ., ἀπὸ Ἰουδαίους γονεῖς τῆς φυλῆς Βενιαμίν, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα θεωροῦνται οἱ μόνες καθαρὲς φυλές. Κατεῖχε τὴ ρωμαίκὴ ὑπηκοότητα ἀπὸ τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος πολίτης, δικαίωμα τὸ ὁποῖο ἀπέκτησε  καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὁ κάτοχός του καταγόταν ἀπὸ τὰ ἀνώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας τῆς Κιλικίας. Στὸ ἑβραϊκό του ἀρχικὸ ὄνομα Σαοὺλ ἢ Σαῦλος, κατὰ τὴ γνωστὴ τότε συνήθεια  τῶν Ἰουδαίων τῆς διασπορᾶς νὰ χρησιμοποιοῦν διπλὴ ὀνομασία, προστέθηκε ἀργότερα δεύτερο ὄνομα – καὶ ὡς Ρωμαῖος πιὰ πολίτης – τὸ χρησιμοποιούμενο στὶς Πράξεις ἑλληνικὸ ἢ ρωμαϊκὸ ὄνομα Παῦλος, ὁμόηχο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Σαῦλος (Σαῦλος – Παῦλος). Ἡ δεύτερη ὀνομασία δὲν ἦταν ἀσυνήθης ἐνέργεια στὶς εὐκατάστατες καὶ ὁπωσδήποτε σημαντικὲς ρωμαϊκὲς οἰκογένειες.
Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του κάποια ἀρχαία παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Παῦλος καταγόταν ἀπὸ τὰ Γίσχαλα ἢ Κίσχαλα (Gischala) τῆς Γαλιλαίας τῆς Παλαιστίνης, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάποιος, ἐνδεχομένως, ἀπὸ τοὺς προγόνους του καταγόταν ἀπὸ τὰ Κίσχαλα.
Κατὰ τὴν ὄγδοη ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του ὁ Παῦλος περιτμήθηκε, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καὶ νομοταγεῖς, ἂν καὶ ἦταν ἑλληνιστές, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἦταν ἑλληνιστὴς τῆς διασπορᾶς.
Στὴν Ταρσό, ὅπου ἐπέρασε τὰ παιδικά του χρόνια, οἱ γονεῖς του ἐφρόντισαν νὰ ἀποκτήσει τὴν καλύτερη καὶ ἀρτιότερη ἑλληνικὴ μόρφωση, ὅπως ἄλλωστε αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολές του. Ἐκεῖ ἔμαθε τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἐδιδάχθηκε γενικότερα τὴν ἑλληνικὴ σκέψη καὶ τὸν τρόπο ζωῆς.
Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἰουδαϊκὴ παροικία διατηροῦσε τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά της καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή της γύρω ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ ποὺ ἦταν τὸ πνευματικὸ κέντρο. Ἡ Συναγωγὴ ἀποτελοῦσε, ἐπίσης, τὸ κέντρο τῆς λατρείας τῆς θρησκείας, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς διδαχῆς τοῦ λόγου καὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Γαλουχημένος ὁ Παῦλος μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον εὐσεβείας ἄκουσε γιὰ τὸ σεβασμὸ στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες καὶ ἐδιδάχθηκε γιὰ τὴν τήρηση τοῦ Νόμου μὲ ζῆλο. Μεγαλωμένος σ’ ἕνα τέτοιο αὐστηρὸ θρησκευτικὸ ἰουδαϊκὸ περιβάλλον ὁ Παῦλος ἀπέκτησε βαθιὰ συνείδηση τῆς μεγάλης σημασίας ποὺ εἶχε ἡ τήρηση τοῦ Νόμου γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλπίδα  ἀπελευθερώσεώς του ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους. Ἔτσι ἔμαθε τὴ μητρική του γλώσσα καὶ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα πιὸ πολὺ σὲ ἰουδαϊκὸ παρὰ σὲ ἑλληνικὸ περιβάλλον καὶ ἡ παίδευσή του καὶ ἡ ὅλη ἀνατροφή του ἦταν αὐστηρὰ ραββινικὴ καὶ ἑβραϊκή. Ἄλλωστε ἡ ἑβραϊκὴ – ἀραμαϊκὴ γλώσσα θὰ πρέπει νὰ ὁμιλεῖτο καὶ στὸ σπίτι του, γιατὶ ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ εὐχέρειά του νὰ προσφωνήσει ἀργότερα τοὺς συγκεντρωμένους στὰ Ἱεροσόλυμα «τῇ ἑβραΐδι διαλέκτῳ».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἀρκέσθηκε στὴν παραπάνω ἐλληνικὴ μόρφωση ποὺ ἀπέκτησε στὴ γενέτειρά του Ταρσό, ἀλλὰ ἐπῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ τὴ συμπληρώσει μὲ σπουδὲς τοῦ Νόμου κοντὰ σὲ σοφοὺς ραββίνους τῆς Ἱερουσαλήμ, πρωτεύουσας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Ἡ ἀπόφασή του νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα δείχνει ἀφ’ ἑνὸς τὴ συντηρητικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ περιβάλλοντος ἀπὸ τὸ ὁποῖος προερχόταν καὶ ἀκόμη τὴν πρόθεσή του νὰ γνωρίσει πληρέστερα καὶ καλύτερα τὸ Νόμο, ὡς καταγόμενος ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ τῆς διασπορᾶς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα τῆς οἰκογένειάς του. Μάλιστα στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὑπῆρχε ἀνιψιὸς τοῦ Παύλου, υἱὸς τῆς ἀδελφῆς του. Φαίνεται ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε ἔγγαμη ἀδελφὴ ἐγκατεστημένη στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν οἰκία τῆς ὁποίας ἴσως διέμενε ὁ ἴδιος κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐκεῖ σπουδῶνμ του. Καὶ αὐτός, ἐνδεχομένως, νὰ ὑπῆρξε καὶ ἕνας ἀκόμη λόγος ἢ ὁ κύριος λόγος νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ συμπληρωματικὲς σπουδές.
Στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Παῦλος σπούδασε παρὰ τοὺς πόδας τοῦ συνετοῦ φαρισαίου διδασκάλου Γαμαλιὴλ (πρεσβυτέρου ἐγγονοῦ τοῦ Χιλλέλ), ὁ ὁποῖος ἦταν «τίμιος παντὶ τῷ λαῷ» καί, κατὰ τὸ Ταλμούδ, ἦταν γνώστης τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας καὶ ἐνεθάρρυνε τὶς ἑλληνικὲς σπουδές. Ἀπὸ αὐτὸν τὸ φαρισαῖο διδάσκαλό του Γαμαλιήλ, ὁ Παῦλος ἐδιδάχθηκε, ὅσο λίγοι, τὴν ἰουδαϊκὴ θεολογία καὶ ἔτσι τὸ ὕφος του, ἡ θεολογικὴ μέθοδος καὶ ἡ χρήση τῆς Γραφῆς τὸν ἐμφανίζουν ραββῖνο τῆς πιὸ αὐστηρῆς καὶ καθαρῆς μορφῆς· ἐνωρὶς ἐντάχθηκε στὴν τάξη τῶν Φαρισαίων, ἂν βέβαια δὲν ἀνῆκε σ’ αὐτὴν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, καὶ ἔγινε ζηλωτὴς καὶ βαθὺς γνώστης ὄχι μόνο θεωρητικὰ ἀλλὰ καὶ πρακτικὰ τῶν πιὸ σπουδαίων καὶ σημαντικῶν ζητημάτων τοῦ Νόμου. Ἔτσι διέθετε ὅλα τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια ἑνὸς ἄριστα καταρτισμένου νομοδιδασκάλου καὶ ἐπιδέξιου χειριστοῦ τῆς ραββινικῆς διαλεκτικῆς. Στὰ Ἱεροσόλυμα ἐκτὸς ἀπὸ τὶς παραπάνω σπουδές του ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη τοῦ σκηνοποιοῦ ποὺ τὸν ἐβοήθησε ἀργότερα, ἀσκώντας την, νὰ συντηρεῖται καὶ νὰ μὴν ἐπιβαρύνει τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν στὶς ὁποῖες ἐκήρυττε: «καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι ἔμενε παρ’ αὐτοῖς καὶ ἠργάζετο». Ἡ ἐκμάθηση τέχνης ἀποτελοῦσε συνήθεια τῶν Ἰουδαίων λογίων καὶ μάλιστα τῶν ραββίνων ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσή τους γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν τὴ συντήρησή τους.
Ὁ Παῦλος διακρινόταν γιὰ τὸ ζῆλο στὸ ἔργο του, τὴν ἀγαθότητα τῶν προθέσεών τουκαὶ τὶς φυσικὲς ἱκανότητες, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτητα τοῦ πνεύματος, τὴν ἀνησυχία καὶ δυναμικότητά του, προσόντα τὰ ὁποῖα ἀνέμεναν στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ ἀξιοποιηθοῦν. Αὐτὴ ἡ ἐμπνευσμένη καὶ δυναμικὴ προσωπικότητα ἔγινε τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς θείας Χάριτος καὶ ἐχρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου. Ἄλλωστε μέσα στὸ στάδιο τῆς θείας βουλῆς τόσο οἱ ἀνθρώπινες ἱκανότητες ὅσο καὶ γενικότερα ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας κατευθύνονται μέσα στὴν πορεία τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας καὶ καθοδηγοῦνται στὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἄφησε τὴν ἱκανὴ αὐτὴ προσωπικότητα νὰ συνεχίσει νὰ στρέφεται ἐναντίον τῶν πιστῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Μαρτυρίες ὅτι ὁ Παῦλος ἐγνώρισε κατ’ ἄνθρωπον τὸν Κύριο δὲν ἔχουμε, ἐκτὸς ἀπὸ κάποιο ὑπαινιγμὸ τοῦ ἰδίου: «εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν». Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα μετὰ τὸ 30 μ.Χ.
Κατὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου «νεανίας» ἀκόμη ἐφύλαγε τὰ ροῦχα ποὺ ἀπέθεσαν στὰ πόδια του ἐκεῖνοι ποὺ ἐλιθοβόλησαν τὸν Πρωτομάρτυρα: «καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου».
Μὲ τὸ ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, κατὰ ὑπερφυσικὸ καὶ μοναδικὸ τρόπο, ὁ Χριστὸς τὸν ἐκάλεσε στὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἐμφάνιση ὅμως αὐτὴ δὲν ἦταν μία ὑποκειμενικὴ ἀντίληψη τοῦ Παύλου, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς ἀντικειμενικὸ καὶ ἱστορικό, καθὼς συνάγεται τοῦτο καὶ ἀπὸ τὴ σημασία ποὺ τοῦ ἀποδίδει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος. Τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀποκαλύψεις καὶ ὀπτασίες, ποὺ κατὰ καιροὺς εἶχαν γίνει σ’ αὐτὸν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἁρπαγή του μέχρι τοῦ τρίτου οὐρανοῦ γιὰ τὴν ὁποία, ὅπως ὁμολογεῖ, δὲν ἦταν βέβαιος ἂν ἦταν σωματικὴ ἢ ὄχι. Ἀντιθέτως, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ στὸ ὄραμα τῆς Δαμασκοῦ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι ὑπῆρξε σωματική, καὶ μάλιστα τὴν συναριθμεῖ μὲ τὶς λοιπὲς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγιναν στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὶς 40 ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν προβάλλει, βεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι καὶ αὐτὸς εἶδε τὸν Κύριο.
Συγκεκριμένα, στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῶ ὁ Παῦλος ἐπορεύετο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴ Δαμασκό, γιὰ νὰ συλλάβει ἄνδρες καὶ γυναῖκες Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει δεμένους στὴν Ἱερουσαλήμ, ξαφνικὰ ἄστραψε ἕνα φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ὁ Παῦλος ἔπεσε καταγῆς καὶ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατὶ μὲ καταδιώκεις;». Καὶ ὁ Παῦλος ἐρώτησε: «Ποιός εἶσαι Κύριε;». Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖο ἐσὺ καταδιώκεις. Ὅμως σήκω τώρα καὶ πήγαινε στὴν πόλη, ὅπου ἐκεῖ θὰ σοῦ ποῦν τί πρέπει νὰ κάνεις». «Οἱ ἄνδρες ποὺ τὸν συνόδευαν ἔμειναν κατάπληκτοι, γιατὶ ἐνῶ ἄκουγαν τὴ φωνὴ δὲν ἔβλεπαν κανένα». Μόνο ὁ Παῦλος εἶδε τὸν Κύριο, ἐνῶ οἱ συνοδοί του ἀντελήφθηκαν ὅτι κάτι τὸ ἔκτακτο συνέβη. Ἔτσι τὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐμφανίσεως καὶ φωνῆς εἶναι καὶ ἀντικειμενικὰ μαρτυρημένο. Τελικά, σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες, ὁδήγησαν τὸν Παῦλο στὴ Δαμασκὸ καὶ ἐκεῖ γιὰ τρεῖς ἡμέρες ἔμεινε τυφλός, χωρὶς νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ τίποτε. Στὴ Δαμασκὸ τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος μαθητὴς ὀνόματι Ἀνανίας, ὁ ὁποῖος παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις ποὺ εἶχε γιὰ τὸν Παῦλο, λόγῳ τῆς φήμης του ὡς διώκτου τῶν Χριστιανῶν, καὶ ὑπακούοντας στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «Πορεύου, ὄτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν... ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὄσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν», ἔθεσε τὰ χέρια του ἐπάνω στὸν Σαῦλο καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ, ὁ Κύριος ποὺ σοῦ φανερώθηκε στὸ δρόμο, μὲ ἔστειλε γιὰ νὰ ξαναβρεῖς τὸ φῶς σου καὶ νὰ φωτισθεῖς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Ἀμέσως ἐκαθάρισαν τὰ μάτια του, ξαναβρῆκε τὸ φῶς, ἐσηκώθηκε, ἐβαπτίσθηκε καί, ἀφοῦ ἔφαγε, ἐνδυναμώθηκε. Ἐκεῖ ἐδέχθηκε τὴν κατήχηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀσφαλῶς ἀναθεώρησε καθ’ ὁλοκληρίαν τῆ φαρισαϊκὴ ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴν ὅλη συγκρότησή του, σύμφωνα πλέον μὲ τὴ νέα ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο. Στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Ἀραβικὴ ἔρημο, στὸ βασίλειο τῶν Ναβαταίων, νότια τῆς Δαμασκοῦ, παρ’ ὅτι τοῦτο δὲν ἀναφέρεται ρητῶς στὶς Πράξεις, προκειμένου πιθανὸν νὰ ἀποφύγει τοὺς διῶκτες του καὶ ἀργότερα ξαναγύρισε στὴ Δαμασκό, ὅπου ἄρχισε τὸ κηρυκτικὸ ἔργο του γιὰ μία τριετία: «ἀλλ’ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν».
Στὴ Δαμασκὸ ἔμεινε μερικὲς ἡμέρες μὲ τοὺς Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκήρυττε στὶς Συναγωγὲς ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν κατάπληξη σὲ ὅλους ὅσοι τὸν ἄκουαν καὶ ἀποροῦντες ἔλεγαν: «Αὐτὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατεδίωκε στὴν Ἱερουσαλὴμ ὅσους πίστευαν στὸν Ἰησοῦ καὶ γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ δὲν ἔχει ἔλθει ἐδῶ γιὰ νὰ τοὺς συλλάβει καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει δεμένους στοὺς Ἀρχιερεῖς;».
Ἀντίθετα ὁ Παῦλος ἐνισχυόταν πιὸ πολὺ καὶ προκαλοῦσε σύγχυση στοὺς Ἰουδαίους τῆς Δαμασκοῦ μὲ τὸ κήρυγμά του, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες οἱ Ἰουδαῖοι κατέληξαν τελικὰ στὴν ἀπόφαση νὰ τὸν θανατώσουν καὶ γι’ αὐτὸ παραφύλαγαν τὶς πύλες ἐξόδου ἡμέρα καὶ νύκτα. Ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τῶν Ἰουδαίων, τὴν ὁποία ἐπληροφορήθηκε, ἀνάγκασαν τὸν Παῦλο νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Δαμασκό.
Ἐναντίον τοῦ Παύλου ὑποχρεώθηκε νὰ κινηθεῖ καὶ ὁ βασιλιὰς τῶν Ναβαταίων, ὕστερα ἀπὸ καταγγελίες τῶν Ἰουδαίων τῆς Δαμασκοῦ. Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ ὁ Παῦλος κατέφυγε στὴν Ἱερουσαλὴμ (37 – 38 μ.Χ.), γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν Πέτρο, κοντὰ στοὺς ὁποίους παρέμεινε δεκαπέντε ἡμέρες καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ δὲν εἶδε κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους παρὰ μόνο τὸν Ἰάκωβο «τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, καὶ παρ’ ὅτι προσπαθοῦσε νὰ προσκολληθεῖ στοὺς Μαθητές, ἐκεῖνοι ἦσαν ἐπιφυλακτικοὶ μαζί του, ἐπειδὴ τὸν ἐφοβοῦνταν ὡς διώκτη τους. Τελικά, ὅπως ἀναφέρεται στὶς Πράξεις, τὸν παρέλαβε ὁ Βαρνάβας, ὁ ὁποῖος τὸν ὁδήγησε στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ διηγήθηκε τὸ θαῦμα τῆς μεταστροφῆς του, «πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριο», ὁ Κύριος ἐλάλησε σ’ αὐτὸν καὶ πὼς εἶχε τώρα τὴν παρρησία νὰ κηρύττει τὸν Ἰησοῦ. Ἔτσι ἔγινε δεκτὸς καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται τοὺς Μαθητὲς καὶ νὰ κηρύττει μὲ θᾶρρος τὸν Ἰησοῦ. Καὶ ἐδῶ ὅμως οἱ ἑλληνόφωνοι Ἐβραῖοι – ἑλληνιστές ἐπεδίωξαν νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀλλὰ μόλις τὸ ἐπληροφορήθηκαν οἱ ἀδελφοὶ, τὸν ὁδήγησαν στὴν Καισάρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἐφυγάδευσαν στὴν πατρίδα του τὴν Ταρσό. Στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανισθεὶς «ἐν ἐκστάσει» τοῦ εἶπε: «Σπεῦσον καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλὴμ διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ». Προηγουμένως, ὄπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος, «ἦλθε στὰ μέρη τῆς Συρίας καὶ Κιλικίας» κηρύττοντας τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὴ ὅμως τὴν κηρυκτική του δραστηριότητα στὰ μέρη αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ ἦταν σημαντική, δὲν ἔχουμε κάποιες πληροφορίες οὔτε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἐκτὸς ἀπὸ φῆμες ποὺ εἶχαν οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸ γι’ αὐτό.
Στὴν γενέτειρά του Ταρσὸ τὸν ἀνεζήτησε ἀργότερα  ὁ Βαρνάβας καὶ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ ἐνισχύσουν τοὺς ἐκεῖ ἀδελφούς. Στὴν Ἀντιόχεια ὡς γνωστόν, ὀνομάσθηκαν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ πρώτη φορὰ «Χριστιανοί». Ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ἐταξίδεψαν καὶ πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα (43 – 44 μ.Χ.), γιὰ νὰ μεταφέρουν βοηθήματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας,  στοὺς πτωχοὺς ἀδελφοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλήμ, ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν πείνα ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Καὶ ἀφοῦ ἐξεπλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους, ἐπέστρεψαν πάλι στὴν Ἀντιόχεια παίρνοντας μαζί τους καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἐπονομαζόμενο Μᾶρκο.
Ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ἄρχισε ἡ Α’ Ἀποστολικὴ περιοδεία (44 – 45 μ.Χ. ἢ 47 – 48 μ.Χ.) κατὰ τὸν ἑξῆς χαρακτηριστικὸ τρόπο: καθὼς προσεύχονταν σὲ κάποια λειτουργικὴ σύναξη μερικοὶ προφῆτες καὶ διδάσκαλοι μαζὶ μὲ τοὺς Βαρνάβα καὶ Παῦλο, καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια χαρισματικὴ ἀποκάλυψη, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶπε νὰ ξεχωρίσουν τοὺς Βαρνάβα καὶ Παῦλο γιὰ τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο τοὺς εἶχε καλέσει.
Γιὰ τὴν πρώτη Ἀποστολικὴ περιοδεία μᾶς πληροφοροῦν οἱ Πράξεις. Ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἦταν ὁ Βαρνάβας καὶ αὐτὴ περιελάμβανε τὴ Σελεύκεια, ὁλόκληρη τὴν Κύπρο, τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας, τὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας καὶ τὶς πόλεις τῆς Λυκαονίας μέχρι τὸ Ἰκόνιο, τὰ Λύστρα καὶ τὴ Δέρβη.
Στὴν Ἀντιόχεια ὁ Παῦλος πρότεινε στὸν Βαρνάβα νὰ ἀρχίσουν τὴ Β’ Ἀποστολικὴ περιοδεία (τέλος 48 μ.Χ. – ἀρχές 52 μ.Χ. ἢ 48/49 – 51/52 μ.Χ.) καὶ νὰ ἐπισκεφθοῦν ξανὰ τὶς Ἐκκλησίες ποὺ εἶχαν ἱδρύσει κατὰ τὴν πρώτη περιοδεία τους καὶ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν. Ὀ μὲν Βαρνάβας, παίρνοντας μαζί του τὸν Ἰωάννη – Μᾶρκο, ἐπῆγε στὴν Κύπρο, ὁ δὲ Παῦλος ἐπῆρε γιὰ συνοδό του τὸν Σίλα καὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ περιόδευσαν τὴ Συρία καὶ Κιλικία, στηρίζοντας τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασαν στὶς πόλεις Δέρβη καὶ Λύστρα, ἀπ’ ὅπου ὁ Παῦλος παρέλαβε μαζί του τὸν Τιμόθεο, τὸν ὁποῖο περιέτεμε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ἐπειδὴ ἦταν ἑλληνιστής, καὶ συνέχισαν τὴν περιοδεία τους. Κατόπιν διέσχισαν τὴ Φρυγία καὶ τὴ Γαλατικὴ χώρα, ὅπου ὅμως παρέμειναν ἀναγκαστικὰ λόγῳ ἀσθενείας τοῦ Παύλου καὶ ἔτσι ἐκήρυξε καὶ ἐκεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ ἐπιτυχία. Μὲ ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο τοὺς ὁδηγοῦσε σ’ ὅλη τὴν πορεία, πορεύθηκαν βορειοδυτικὰ καὶ κατέληξαν στὴν Τρωάδα.
Εὑρισκόμενοι στὴν Τρωάδα καὶ ἐνῶ πιθανὸν διαλογιζόταν ὁ Παῦλος ἂν ἔπρεπε νὰ περάσει στὴν ἀντίπερα ἀκτή, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴ Μακεδονία καὶ Ἑλλάδα, σὲ εὐρωπαϊκὸ πιὰ ἔδαφος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸν καθοδήγησε καὶ πάλι. Ἐμφανίσθηκε κάποιος ἄνδρας Μακεδόνας κατ’ ὄναρ «παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν». Τὸ ὅραμα αὐτὸ ὁ Παῦλος τὸ ἐθεώρησε ὡς θεία κλήση γιὰ νὰ κηρύξει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος καὶ γι’ αὐτὸ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Τρωάδα, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Σίλα καὶ Τιμόθεο στοὺς ὁποίους προστέθηκε καὶ ὁ ἰατρὸς Λουκᾶς, καὶ μέσῳ Σαμοθράκης τὴν ἑπομένη ἔφθασαν στὴ Νεάπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στοὺς Φιλίππους, ὅπου ἐκήρυξαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἔχοντας καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς Χριστιανούς. «Ἐξήλθομεν ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸν ποταμόν, οὐ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι» καὶ ἐκεῖ συνάντησαν τὶς σεβόμενες τὸν Θεὸ γυναῖκες πρὸς τὶς ὁποῖες ὁ Παῦλος ὁμίλησε μὲ ἀποτέλεσμα μία ἀπὸ αὐτές, ἡ πορφυρόπωλις Λυδία, νὰ δεχθεῖ τὸ φωτισμὸ τοῦ Κυρίου, νὰ βαπτισθεῖ μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά της καὶ μὲ ἐπίμονες παρακλήσεις νὰ πείσει τοὺς Ἀποστόλους νὰ μείνουν στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ ὁ Παῦλος ἐθεράπευσε τὴ μαντευομένη παιδίσκη, ποὺ ἀπέδιδε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της, οἱ ὁποῖοι καὶ κατήγγειλαν τὸ γεγονὸς στὶς ἀρχές, μὲ ἐπακόλουθο τὴ σύλληψη τοῦ Παύλου καὶ τῶν συνοδῶν του, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι διαταράσσουν τὴν πόλη, κηρύττοντας ἰδέες καὶ ἤθη ξένα στοὺς Ρωμαίους. Ἀποτέλεσμα τῆς δίκης ἦταν νὰ καταδικασθοῦν σὲ σκληροὺς ραβδισμοὺς καὶ σὲ ἐγκλεισμὸ στὴ φυλακή. Ἀλλὰ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δοξολογίες τῶν φυλακισμένων καθὼς καὶ ἕνας ἰσχυρὸς σεισμὸς εἶχαν ὡς συνέπεια νὰ ἀνοίξουν οἱ πόρτες τοῦ δεσμωτηρίου καὶ νὰ λυθοῦν τὰ δεσμὰ τῶν φυλακισμένων. Τοῦτο ἀνησύχησε τὸ δεσμοφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποπειράθηκε νὰ σκοτωθεῖ, ἐπειδὴ ἐνόμισε ὅτι οἱ φυλακισμένοι ἐδραπέτευσαν, ἀλλ’ ἡ παρέμβαση τοῦ Παύλου ὄχι μόνο τοῦ ἔσωσε τὴ ζωή, ἀλλὰ τὸν ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε αὐτὸν καὶ ὅλη τὴν οίκογένειά του. Στὴ συνέχεια οἱ στρατηγοὶ τῆς πόλεως διέταξαν τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος ἐπικαλέσθηκε τὴν ἰδιότητα τοῦ Ρωμαίου πολίτου, ποὺ εἶχε, ἦλθαν οἱ ἴδιοι καὶ τοὺς παρεκάλεσαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πόλη. Πράγματι ὁ Παῦλος καὶ ἡ συνοδεία του, ἀφοῦ συνάντησαν τοὺς λίγους πιστοὺς στὴν οἰκία τῆς Λυδίας καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Θεό, ἀνεχώρησαν μέσῳ Ἀμφιπόλεως καὶ Ἀπολλωνίας γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴ Βέροια. Τὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης ἀπετέλεσαν ἀρχικὰ μερικοὶ μὲν Ἰουδαῖοι, περισσότεροι δὲ ἀπὸ τοὺς «σεβομένους» Ἕλληνες καὶ κυρίως πολλὲς γυναῖκες τῆς ἀνώτερης κοινωνικῆς τάξεως τῆς πόλεως «γυναικῶν τε τῶν πρώτων οὐκ ὀλίγαι». Ἡ παράδοση διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης μερικὰ ὀνόματα, ὅπως ὁ Ἰάσων, ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ Σεκοῦνδος, ὁ Γάιος, Θεσσαλονικεῖς συνεργάτες τοῦ Παύλου.
Τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη δὲν ἦταν χωρὶς δυσκολίες καὶ ἀντιδράσεις. Ὅπως συνέβη στοὺς Φιλίππους, ὅπου κατηγορήθηκαν ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοί του ἐνώπιον τοῦ δήμου καὶ τῶν στρατηγῶν ὡς ταραχοποιοὶ καὶ ὡς διδάσκοντες γιὰ θεωρίες ποὺ ἀντιβαίνουν τὰ ρωμαϊκὰ ἤθη, ἔτσι καὶ τώρα στὴ Θεσσαλονίκη ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος τοῦ Παύλου ἐνόχλησε τοὺς Ἰουδαίους ποὺ δὲν ἐπίστεψαν, γιατὶ ἔβλεπαν ὅτι σημαντικὸς ἀριθμὸς Θεσσαλονικέων Ἰουδαίων προσχωροῦσε στὴ νέα πίστη καὶ ἐγίνονταν Χριστιανοὶ καὶ γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀντιδράσουν μὲ κάθε τρόπο. Ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς τρόπος  ἦταν νὰ ἐξουδετερώσουν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του χρησιμοποιώντας τὴ βαρύτερη κατηγορία. Ἐπεχείρησαν δηλαδὴ νὰ τοὺς ἐμφανίσουν ὅτι στρέφονται ἐναντίον τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν καὶ τοὺς ἀπέδωσαν τὶς κατηγορίες τῆς ἐσχάτης προδωσίας καὶ τῆς στάσεως ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους. Πρὸς τοῦτο «προσλαμβανόμενοι τῶν ἀγοραίων ἄνδρας τινὰς πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν» προεκάλεσαν ὀχλοκρατικὲς ἐκδηλώσεις  καὶ ταραχὲς μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναστατώσουν τὴν πόλη. Ἀναζήτησαν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνεργάτες του, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως. Ὅμως οἱ Χριστιανοί, ἄγρυπνοι καὶ ἀνήσυχοι, παρακολουθοῦσαν τὶν κινήσεις τῶν ἀντιτιθέμενων Ἰουδαίων καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ ἔλαβαν ἔγκαιρα τὰ μέτρα τους γιὰ τὴ διάσωση τῶν Ἀποστόλων. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ διῶκτες του, ἀφοῦ δὲν εὑρῆκαν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του, κατευθύνθηκαν στὴ συνέχεια στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχαν πληροφορηθεῖ ὅτι τοὺς εἶχε προσφέρει φιλοξενία καὶ ἐργασία.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατάσταση ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι σοβαρὴ καὶ πολὺ κρίσιμη γιὰ τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του, γι’ αὐτὸ «οἱ ἀδελφοὶ εὐθέως διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τὸν Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν» συνοδευομένους ἀπὸ μιὰ ὁμάδα Χριστιανῶν Θεσσαλονικέων γιὰ τὴν ἀσφαλέστερη πορεία τους μέχρι τὴ Βέροια καὶ τὴν ἐγκατάστασή τους σὲ γνωστὸ καὶ ἀσφαλὲς περιβάλλον.
Στὸ ὀλιγόχρονο διάστημα τῆς παραμονῆς τῶν Ἀποστόλων στὴ Βέροια, ὁ Παῦλος μὲ τοὺς συνοδούς του ἐπῆγαν στὴ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων, ὅπου καὺ συνέχισαν ἐκεῖ τὸ κήρυγμά τους. Καὶ στὴ Βέροια ἀκολουθήθηκε ἡ ἴδια τακτικὴ ποὺ εἶχε ἐφαρμοσθεῖ στοὺς Φιλίππους καὶ στὴ Θεσσαλονίκη· προεκάλεσαν καὶ ἐκεῖ ταραχὲς «σαλεύοντες καὶ ταράσσοντες τοὺς ὄχλους» καὶ τοὺς ἐξήγειραν ἐναντίον τῶν Ἀποστόλων, ὁπότε ἀναγκάσθηκαν οἱ Βεροιεῖς, γιὰ νὰ διασώσουν τὸν Παῦλο, νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ὁδηγώντας τον σὲ κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, ἴσως στὴ Μεθώνη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Ἀθήνα.
Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Μεθώνη διὰ θαλάσσης ὁ Παῦλος ἔφθασε στὴν Ἀθήνα καὶ κατὰ τὴ συνήθη τακτική του ἐπικοινώνησε μὲ τοὺς ὀλίγους Ἰουδαίους στὴ Συναγωγὴ καθὼς καὶ μὲ τοὺς προσηλύτους τῆς πόλεως. Στὴν ἀγορὰ τῆς πόλεως, στὴν ὁποία συνήθιζαν τότε νὰ συχνάζουν οἱ διάφοροι φιλόσοφοι καὶ διδάσκαλοι, συνάντησε μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ συζήτησε μαζί τους τὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου. Φαίνεται ὅτι αὐτοὶ ἀρχικὰ εὑρῆκαν ἐνδιαφέρουσα τὴ συζήτηση μὲ τὸν Παῦλο καὶ τοῦ ἐζήτησαν νὰ ἀναπτύξει τὴ διδασκαλία του ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ποὺ ἦταν καὶ ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὰ θρησκευτικὰ θέματα καὶ τὰ ἤθη τῆς πόλεως. Πράγματι, ὁ Παῦλος, παίρνοντας ὡς βάση τὴ λατρεία τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸν Ἄγνωστο Θεὸ καὶ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὶς ἐπικρατοῦσες τότε ἰδέες τῶν Στωικῶν δεχομένων, ὅπως ἀναφέρεται στὶς Πράξεις, ὅτι: «ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν», κατ’ ἀρχὴν έλεγξε τὴν πλάνη τους γιὰ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ ἔπειτα τοὺς ὁμίλησε γιὰ τὸν ἀληθινὸ καὶ ζῶντα Θεό, τὸν Λυτρωτὴ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν. Αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ὅρισε ὁ Θεὸς νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ζῶντες καὶ νεκρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναστηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς κρίσεως ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τους θὰ τύχουν αἰώνιας ζωῆς ἢ κολάσεως. Ἀλλὰ τὸ κήρηγμα αὐτὸ τοῦ Παύλου γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴ μέλλουσα κρίση προκάλεσε τὴν ἔντονη ἀντίδραση τῶν Ἀθηναίων καὶ ἄλλοι τὸν εἰρωνεύθηκαν ἀπροκάλυπτα καὶ ἄλλοι τοῦ εἶπαν μᾶλλον ἀδιάφορα ὅτι: «θὰ σὲ ἀκούσουμε ἄλλη φορά». Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κήρυγμά του εἶχε πολὺ πτωχὰ ἀποτελέσματα· ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἐπίστευσαν πολὺ λίγοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ μία γυναίκα ὀνόματι Δάμαρις.
Στενοχωρημένος ὁ Παῦλος ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα, ἀφοῦ τὸ κήρυγμά του δὲν εἶχε τὴν ἐπιτυχία τῶν ἄλλων πόλεων ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ πρίν, καὶ ἔφθασε στὴν Κόρινθο. Εὑρῆκε ἐκεῖ ἕνα ζευγάρι Ἰουδαίους, τὸν Ἀκύλα καὶ τὴν Πρίσκιλλα, ποὺ μόλις εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἰταλία ἀφοῦ ὁ Κλαύδιος ἔδιωξε τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴ Ρώμη καί, ἐπειδὴ ἦταν καὶ αὐτοὶ ὁμότεχνοι, ἔμεινε στὸ σπίτι τους. Καὶ στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἄρχισε τὸ κήρυγμά του ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ὅπως συνήθιζε πάντα, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια αὐτὴ τὴ φορὰ καὶ χωρὶς τὶς φιλοσοφικὲς ἐκεῖνες ἰδέες ποὺ ἀνέπτυξε στοὺς Ἀθηναίους. Τοὺς μίλησε μόνο γιὰ τὸν «Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον». Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐδῶ οἱ Ἰουδαῖοι ἀντέδρασαν στὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου καὶ δὲν θέλησαν νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ περιεχόμενό του, ὁ Παῦλος ἐστράφηκε πρὸς τοὺς ἐθνικούς, «καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Τιτίου Ἰούστου, σεβομένου τὸν Θεόν, οὗ ἡ οἰκία ἦν συνομοροῦσα τῇ συναγωγῇ», ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐπίστεψαν πολλοὶ καὶ ἐβαπτίσθησαν· μεταξὺ αὐτῶν δὲ ἦταν καὶ ὁ ἀρχισυναγωγὸς Κρίσπος καὶ ὅλοι οἱ οἰκεῖοι του. Μάλιστα ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε στὸν Παῦλο «δι’ ὁράματος ἐν νυκτί... μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσης, διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ οὐδεῖς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί τε, διότι λαὸς ἐστί μοι πολὺς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ». Γι’ αὐτὸ καὶ παρέμεινε στὴν Κόρινθο «ἐνιαυτὸν καὶ μῆνας ἕξ» διδάσκοντας στοὺς Κορινθίους τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθούμενος στὸ ἔργο του ἀπὸ τοὺς Τιμόθεο καὶ Σίλα, ποὺ ἐπέστρεψαν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὴ Βέροια, φέρνοντες εὐχάριστα νέα γιὰ τὴ στερέωση τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ Βεροίας. Αὐτὰ τὰ νέα ἔδωσαν τὴν εὐκαιρία στὸν Παῦλο νὰ γράψει τὶς δύο πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολές του. Τὸ κήρυγμα τοῦν Παύλου στὴν Κόρινθο εἶχε καρποφόρα ἀποτελέσματα, πράγμα ποὺ προκάλεσε τὴν ἀγανάκτηση τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν στὸ Ρωμαῖο ἀνθύπατο Γαλλίωνα. Ὁ Γαλλίων ὅμως μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἀναμιχθεῖ σὲ ζητήματα «περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου», τοὺς ἔδιωξε.
Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἀκόμα ἡμέρες παραμονῆς του στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἀνεχώρησε μαζὶ μὲ τοὺς συνοδούς του Ἀκύλα καὶ Πρίσκιλλα γιὰ τὴ Συρία, μὲ πρῶτο σταθμὸ τὴν Ἔφεσο, στὴν ὁποία ἔμεινε λίγο χρόνο, παρὰ τὶς παρακλήσεις  τῶν πιστῶν της νὰ μείνει περισσότερο κοντά τους. Ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ἔφθασε στὴν Καισάρεια καὶ κατέληξε στὴν Ἀντιόχεια, ἀφοῦ προηγουμένως ἀνέβηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ χαιρετήσει τὴν ἐκεῖ κοινότητα τῶν πιστῶν.
Στὴν Ἔφεσο, ὅταν ἔφθασε ὁ Παῦλος, κατὰ τὴν Τρίτη ἀποστολικὴ περιοδεία (ἄνοιξη 52 – ἄνοιξη 57 μ.Χ.), ἄρχισε τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῶν πιστῶν, καταδεικνύοντας τὴ θεία προέλευση καὶ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας του ἀκόμη καὶ μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε, θεραπεύοντας ἀσθενεῖς καὶ δαιμονιζομένους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τελικὰ ἀνεχώρησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα συνοδευόμενος ἀπὸ μερικοὺς μαθητὲς ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ φαίνεται ὅτι ἐπερίμεναν τὸν Παῦλο, ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του καὶ μόλις κατόρθωσε νὰ διασωθεῖ ἀπὸ βέβαιο θάνατο ἀπὸ τὸ Ρωμαῖο χιλίαρχο Κλαύδιο Λυσία. Αὐτὸς τὸν παρέπεμψε μὲ συνοδεία καὶ σχετικὴ ἐπιστολὴ στὸ Ρωμαῖο Διοικητὴ τῆς Καισαρείας Φήλικα, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκράτησε φυλακισμένο δύο χρόνια (57 – 59). Τὸν Φήλικα διαδέχθηκε ὁ Φῆστος καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτησαν τότε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοὺς παραδώσει τὸν Παῦλο, γιὰ νὰ τὸν δικάσουν αὐτοὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Βλέποντας ὁ Παῦλος ὅτι ἀντιμετωπίζει βέβαιο θάνατο, ἔκανε χρήση τοῦ δικαιώματος τοῦ Ρωμαίου πολίτου καὶ ἐζήτησε νὰ δικασθεῖ ἀπὸ τὸν Καίσαρα, πράγμα ποὺ ἔγινε δεκτό.
Στὴ Ρώμη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔμεινε μία ὁλόκληρη διετία (60 – 62 μ.Χ. ἢ 59 – 61 μ.Χ.) φυλακισμένος σὲ ἰδιαίτερη ἐνοικιασμένη οἰκία, ὅπου μποροῦσε νὰ δέχεται ὅλους ὅσοι ἤθελαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, νὰ κηρύττει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διδάσκει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ παρρησία καὶ χωρὶς μεγάλα ἐμπόδια. Στὸ διάστημα αὐτὸ τῆς παραμονῆς του στὴ Ρώμη ὁ Παῦλος ἔγραψε τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ καθὼς καὶ τὶς λεγόμενες Ἐπιστολὲς αἰχμαλωσίας.
Γιὰ τὴν παραπέρα πορεία καὶ δραστηριότητα τοῦ Παύλου, τὴν τέταρτη ἀποστολικὴ περιοδεία (62 – 65 μ.Χ. ἢ 61 – 64 μ.Χ.), οἱ πληροφορίες εἶναι πενιχρὲς καὶ ἔμμεσες καὶ δὲν συμφωνοῦν ἀπόλυτα. Ἀπὸ τὶς σποραδικὲς ἀναφορὲς καὶ τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῶν Πράξεων, ἀπὸ κάποιες εἰδήσεις τῆς ἀρχαίας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ὅπως τοῦ Κλήμεντος Ρώμης, τοῦ Μορατορίου Κανόνος, τοῦ Εὐσεβείου Καισαρείας, τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου καὶ ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν Ποιμαντικῶν Ἐπιστολῶν, συνάγεται ὅτι ὁ Παῦλος μετὰ τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὴ δίκη στὴ Ρώμη, ἐταξίδεψε «μέχρις ἐσχάτων τῆς Δύσεως». Τοῦτο κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κλήμεντος Ρώμης σημαίνει, κατὰ τὴν ἐκτίμηση μερικῶν, μέχρι τὴν Ἰσπανία. Σύμφωνα μὲ τὶς Ποιμαντικὲς Ἐπιστολές, κατὰ τὴν Δ’ Ἀποστολικὴ περιοδεία ὁ Παῦλος ἐπισκέφθηκε τὴν Ἔφεσο, τὴ Μακεδονία, τὴν Κρήτη, τὴ Νικόπολη, τὴν Τρωάδα, τὴ Μίλητο καὶ τὴν Κόρινθο, πιθανὸν καὶ τὶς Ἐκκλησίες  τῶν Κολοσσῶν, Ἱεραπόλεως, Λαοδικείας, ἐκπληρώνοντας παλαιὰ ὑπόσχεσή του πρὸς τὸν Φιλήμωνα καὶ τοὺς Κολοσσαεῖς, γιὰ νὰ γνωρίσει καὶ προσωπικὰ τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν ποὺ δὲν εἶχε συναντήσει μέχρι τότε.
Ἡ σύλληψη καὶ μεταφορὰ τοῦ Παύλου στὴ Ρώμη ἔγινε μεταξὺ τῆς ἀνοίξεως καὶ τοῦ θέρους τοῦ 65 μ.Χ. Οἱ συνθῆκες τῆς δεύτερης αὐτῆς φυλακίσεώς του ἦσαν ὁπωσδήποτε διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν πρώτη. Εἶχε ἀσφαλῶς ὀλιγότερες ἐλευθερίες γιὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται οἱ φίλοι του, ὅπως ὁ Ὀνησιφόρος, ὁ Εὔβουλος καὶ Πούδης, ὁ Λίνος καὶ ἡ Κλαυδία καὶ ἄλλοι, καὶ οἱ συνεργάτες του Κρήσκης, Τίτος, Λουκᾶς, Τυχικός. Φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς φυλακίσεώς του αὐτῆς ἔγραψε τὴ Β’ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κύκνειο ἄσμα του, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ τὴ φυλάκισή του αὐτὴ ὁδηγήθηκε στὸ μαρτυρικὸ θάνατό του.
Ὁ ἀκριβὴς χρόνος τοῦ θανάτου τοῦ Παύλου δὲν εἶναι γνωστός, ἐλλείψει συγκεκριμένων πληροφοριῶν, τὶς ὁποῖες ὅμως ἀναπληρώνει ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία συνδέει τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Παύλου μὲ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πέτρου καὶ ἀναφέρει σχετικὰ μόνο ὅτι οἱ δύο Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Νέρωνος, χωρὶς νὰ προσδιορίζει τὸν ἀκριβὴ χρόνο τοῦ μαρτυρίου τους. Ἐξ ἄλλου ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς 29ης Ἰουνίου ὡς «γενεθλίου» ἡμέρας τους δὲν δηλώνει τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τους, ἀλλὰ τὴν καθιέρωση τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τους, τὸ 258 μ.Χ., ἴσως λόγῳ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τους. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὁ Παῦλος νὰ ἐμαρτύρησε στὰ τέλη περίπου τοῦ ἔτους τῆς συλλήψεώς του, τὸ 65 μ.Χ. ἢ τὸ ἀργότερο στὶς ἀρχὲς τοῦ 66 μ.Χ. Τὸν ἐξετέλεσαν μὲ ξίφος κοντὰ στὴν «περιοχὴ τοῦ Λικινίου», παρὰ τὴν Ὀστία ὁδό, σὲ τόπο ὀνομαζόμενο «Σωτήριο Νερό», ποὺ σήμερα εἶναι γνωστὸς ὡς Μονὴ τῶν «Τριῶν Πηγῶν». Ἐκεῖ κοντὰ καὶ τὸν ἐνταφίασαν. Στὸν τόπο τῆς Ταφῆς ὁ Ἀνίκητος τοῦ ἀνήγειρε «νεκρικὸ τρόπαιο», ποὺ πιθανὸν περικλειόταν σὲ κάποιο μεγαλύτερο κτίσμα.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις  στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.
Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Κανόνας πίστεως.
Ἐθνῶν σε κήρυκα καὶ φωστῆρα τρισμέγιστον, Ἀθηναίων διδάσκαλον, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, εὐφροσύνως γεραίρομεν· τοὺς ἀγῶνας τιμῶμεν καὶ τὰς βασάνους διὰ Χριστόν, τὸ σεπτόν σου μαρτύριον. Ἅγιε Παῦλε Ἀπόστολε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος καὶ Ἀπόστολος μέγιστος, καὶ σαγηνευτὴς ἐθνῶν θεῖος, ἐν τῷ λόγῳ τῆς χάριτος, ἐδείχθης ὡς πλήρης ὢς φωτός, Ἀπόστολε Παῦλε ἀληθῶς· τὸν γὰρ ἄγνωστον κηρύττεις ἡμῖν Θεόν, τοῖς πόθῳ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσι τὰ κρείττονα.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θεῖοι κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀποστόλων πρόκριτος, καὶ κορυφαῖος ἐδείχθης, προσκληθεὶς Ἀπόστολε, παρὰ Χριστοῦ οὐρανόθεν· ἔνθεν δή, τὴν οἰκουμένην πᾶσαν διῆλθες, ἅπαντας, καταφωτίζων πρὸς θείαν πίστιν· διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις ὦ Παῦλε, Ἐκκλησιῶν ὁ φωστήρ.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοὺς ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Ἀποστόλων πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ἡ καλλονή, καὶ ἐθνῶν ὁ κῆρυξ, καὶ διδάσκαλος  καὶ φωστήρ· χαίροις Ἐκκλησίας, ὑφηγητὴς ἁπάσης, καὶ μέγας λαμπαδοῦχος, Παῦλε Ἀπόστολε.

Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.Πέτρε θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεννήθηκε στὴ μικρὴ πόλη Βηθσαϊδὰ κοντὰ στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀνδρέα, κληθέντα καὶ αὐτὸν στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, καὶ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τὸ ὄνομά του ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπὸ τέσσερις τύπους: α. Συμεὼν (ἐκ τοῦ Sim Un, σημιτικοῦ τύπου). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξελληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπὸ τὸ ἀραμαϊκὸ Kepha, ποὺ σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στὸ Σίμωνα ἀπὸ τὸν Χριστό).
Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης ἢ Ἰωνᾶς. Οἱ γονεῖς του ἀνῆκαν στοὺς λιγοστοὺς πιστοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τους, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν ἐναγώνια τὸν Μεσσία καὶ τὴ μεσσιανικὴ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐτερματίζετο ἡ κακοδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε τὴν πεθερά του, τὴν ὁποία ἐθεράπευσε ὁ Κύριος, στὴν Καπερναούμ, προκύπτει ὅτι ἦταν ἔγγαμος. Δὲν εἶναι γνωστὸ μὲ βεβαιότητα τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του, καλουμένης Ἰωάννας ὑπὸ τῶν Ἀνατολικῶν καὶ Περπετούης ὑπὸ τῶν Δυτικῶν. Οὔτε εἶναι γνωστὸ ἂν ἡ σύζυγός του ἐζοῦσε ἀκόμη, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκλήθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα.
Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης καλοῦνται «ἀγράμματοι καὶ ἰδιῶται» ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, σημεῖο ὅτι δὲν εἶχαν φοιτήσει στὶς λόγιες ραββινικὲς σχολές. Εἶχαν ὅμως μαθητεύσει στὸν Τίμιο Πρόδρομο. Τοῦτο εἶναι βέβαιο γιὰ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ γιὰ τὸν Ἀνδρέα, πιθανῶς δὲ καὶ γιὰ τὸν Σίμωνα Πέτρο.
Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου στὸ ἀποστολικὸ ἔργο ἔγινε βαθμιαίως. Ὅταν τὸν ἐπαρουσίασε ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας στὸν Κύριο, μὲ τοὺς λόγους «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν», ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Κηφᾶς. Ἦταν παρὼν κατὰ τὸ θαῦμα στὴν Κανᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκε μετὰ μὲ τὸν Κύριο στὴν Καπερναούμ. Ἐκλήθηκε ὁριστικὰ μετὰ τὴν πρώτη θαυμαστὴ ἁλιεία, γενόμενος ἔτσι «ἁλιεὺς ἀνθρώπων».
Ὁ ἐνθουσιώδης καὶ εὐσεβὴς Πέτρος ἐπέταξε τὰ δίχτυα ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστά. Λόγῳ τοῦ δυναμικοῦ χαρακτῆρος του καὶ τῆς ἰδιαίτερης ἀφοσιώσεώς του στὸν Κύριο ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ἐξαιρετικὴ θέση μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ συχνὰ ἐκ μέρους αὐτῶν. Ὁμολόγησε πρῶτος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος ἐξετίμησε αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ τὸν διαβεβαίωσε πὼς ἐπάνω σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία πίστεως, ποὺ ἔγινε κατ’ ἀποκάλυψιν Θεοῦ Πατρός, «οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Πέτρος ἀποτελεῖ κεντρικὸ πρόσωπο στὰ Εὐαγγέλια. Ἔτσι στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο ἀρνεῖται πρὸς στιγμὴν τὴ νίψη τῶν ποδῶν του ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀγωνιᾶ κατόπιν νὰ μάθει ποιὸς εἶναι ὁ προδότης, διαμαρτύρεται, διότι στὴν πρὸς τὸν Κύριο ἐρώτησή του «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», ἔλαβε ἀπὸ Αὐτὸν τὴν ἀπάντηση «ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι», καὶ τέλος ὑπόσχεται στὸν Κύριο ὅτι θὰ θυσιάσει τὴν ψυχή του γιὰ Ἐκεῖνον καὶ δὲν θὰ σκανδαλισθεῖ ἀπὸ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος Του. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ὁ Ἰησοῦς στὴν μετὰ τοῦ Πέτρου στιχομυθία του εἶπε σὲ αὐτὸν τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Σίμων, Σίμων, ἰδοῦ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιάσαι ὡς τὸν σῖτον. Ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου. Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου». Πράγματι δέ, δὲν ἐξέλιπε ἡ πίστη τοῦ Πέτρου, ἂν καὶ ἀρνήθηκε τὸν Διδάσκαλο τρεῖς φορὲς στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως. Ἕνεκα τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ δεήσεως τοῦ Κυρίου, ἦλθε στὸν ἑαυτό του, μετανόησε  καὶ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ τὴν πράξη του καὶ ἀξιώθηκε πρῶτος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους νὰ διαπιστώσει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ πρῶτος νὰ δεῖ τὸν Ἀναστάντα Κύριο.
Ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς τὸν μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Τὸ φλογερό του κήρυγμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔκανε νὰ πιστέψουν τρεῖς χιλιάδες ψυχές, καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Ἡ ἱεραποστολικὴ δράση του ὑπῆρξε θαυμαστὴ καὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐνεργοῦσε κατὰ καιροὺς περιοδεῖες ἐπισκεπτόμενος τὶς πλησιόχωρες Ἐκκλησίες. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὶς δύο ἀνόδους του στὰ Ἱεροσόλυμα συναντήθηκε ἐκεῖ μὲ τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ Ἀπόστολο τῶν «ἐκ περιτομῆς» καὶ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἐτιμᾶτο μαζὶ μὲ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη ὡς «στῦλος» τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ μία περιοδεία του ὁ Πέτρος, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις, ἐπισκέφθηκε τὴ Λύδδα καὶ ἀφοῦ ἐθεράπευσε  τὸν παραλυτικὸ Αἰνέα, ἦλθε στὴν Ἰόππη, ὅπου ἀνέστησε τὴν Ταβιθᾶ ἢ Δορκάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μὲ θεία ἐπιταγή, ἐπορεύθηκε στὴν Καισάρεια, στὴν ὁποία ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε τὸν ἐθνικὸ Κορνήλιο μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ὅταν ἔμαθαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ οἱ «ἐκ περιτομῆς» τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων ἐκατηγόρησαν τὸν Πέτρο. Ὁ Ἀπόστολος ἐξέθεσε μὲ λεπτομέρεια πῶς ὁ Θεὸς δι’ ὁράματος «ὑπέδειξεν μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον» καὶ ἔκλεισε τὴν ἀπολογία του ἐκείνη ὡς ἑξῆς: «Εἰ οὖν τὴν ἴσην δωρεὰν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς ὡς καὶ ἡμῖν πιστεύσασιν ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐγὼ δὲ τὶς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν;».
Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α’, ἐπιθυμώντας νὰ εὐχαριστήσει τοὺς Ἰουδαίους συνέλαβε τὸν Πέτρο κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ Πάσχα τοῦ 42 ἢ 44 μ.Χ. καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ τὸν φονεύσει μετὰ ἀπὸ λίγο. Ἀλλ’ Ἄγγελος Κυρίου ἐλευθέρωσε κατὰ τὴ νύχτα τὸ δέσμιο καὶ ἀπὸ στρατιῶτες φρουρούμενο Πέτρο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τοὺς συγκεντρωμένους καὶ προσευχόμενους ὑπὲρ αὐτοῦ ἀδελφοὺς στὴν οἰκία τῆς Μαρίας, μητέρας τοῦ Μάρκου, ἀνήγγειλε σὲ αὐτοὺς τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο καὶ «ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον».
Γιὰ τελευταία φορὰ ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις περὶ τοῦ Πέτρου κατὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ μία συνάντηση, τὴν ὁποία εἶχε μὲ τὸν Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια, κατὰ τὴν ὁποία τὸν ἤλεγξε γιὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψη θάρρους καὶ παραχώρηση ὑπὲρ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ σὲ βάρος τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστιανῶν.
Γιὰ τὴ μετὰ ταῦτα ζωὴ καὶ δράση τοῦ Πέτρου στερούμεθα σαφεῖς ἱστορικὲς μαρτυρίες. Ὁ Ὠριγένης καὶ ὁ Εὐσέβιος, προφανῶς ἀπὸ τὸν πρόλογο τῆς Α’ Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Πέτρου, συμπέραναν ὅτι αὐτὸς ἐκήρυξε στοὺς Ἰουδαίους τῆς Διασπορᾶς, στὸν Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ἀσία καὶ Βιθυνία. Ὁρισμένοι δέχονται καὶ τὴν ἀποστολικὴ δράση τοῦ Πέτρου στὴν Κόρινθο.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε δύο Καθολικὲς Ἐπιστολές. Ἀπὸ αὐτές, ἡ μὲν πρώτη ἀπευθυνόταν στοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Βιθυνίας, ἡ δὲ δεύτερη σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανούς. Μέσα ἀπὸ αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ στηρίξει τοὺς πιστοὺς στὶς θλίψεις ποὺ ὑφίστανται ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἡ παράδοση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν περὶ μεταβάσεως τοῦ Πέτρου στὴ Ρώμη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ἢ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, τῆς ὁποίας διετέλεσε  ἐπὶ εἰκοσιπενταετία Ἐπίσκοπος. Τὴν παράδοση αὐτὴ πολλοὺ Ὀρθόδοξοι μελετητὲς τὴν ἀμφισβητοῦν, διότι στηρίζεται σὲ μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα κείμενα, τὶς λεγόμενες «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις» καὶ τὴν ἀπόκρυφη φιλολογία. Ἀναμφίβολα ὅμως ὁ Πέτρος συνδέεται μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀφοῦ ἔδρασε καὶ ἔμαρτύρησε σὲ αὐτήν.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση ὁ Πέτρος ἵδρυσε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἐκήρυττε νυχθημερὸν στὴ μεγάλη πόλη καὶ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει πλῆθος κατοίκων στὸ Χριστιανισμό. Τὴν ἴδια ἐποχὴ εὑρισκόταν στὴ Ρώμη καὶ ὁ διαβόητος Σίμων ὁ μάγος, γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ μὲ τὶς διάφορες μαγγανεῖες καὶ τὰ μαγικὰ κόλπα προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ τοῦ πλήθους καὶ γι’ αὐτὸ ἀπέκτησε πολλοὺς ὀπαδούς. Ὅμως εὑρῆκε μπροστά του τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ θαυμάτων ξεσκέπασε τὸν ἀπατεώνα μάγο, τὸν ἀπέδειξε  ὡς συνεργὸ τῶν δαιμόνων καὶ ἐφανέρωσε τὴν ἀνίκητη δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει: «Τοῦ Πέτρου καὶ Παύλου ἐν Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καὶ θεμελιούντων τὴν Ἐκκλησίαν».
Ὁ Ὠριγένης: «Ὃς καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ρώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατὰ κεφαλῆς οὕτως αὐτὸς ἀξίωσας». Τέλος ὁ πρεσβύτερος Γάιος (169 μ.Χ.) γράφει στὸν πρὸς Πρόκλο διάλογό του: «Ἐγὼ δὲ τὰ τρόπαια (μνημεία, σκηνώματα) τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι. Ἐὰν γὰρ θελήσῃς ἀπελθεῖν ἐπὶ τὸν Βατικανὸν ἢ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν Ὠστίαν, εὑρήσεις τὰ τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυσαμένων τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ τὴν παράδοση, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἄθλησε στὴ Ρώμη κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος (64/67 μ.Χ.). Λίγο πρὶν τὸν συλλάβουν ἔκρινε σκόπιμο νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν πόλη, γιὰ νὰ γλιτώσει. Καθὼς ἐβάδιζε βιαστικὰ τὴν περίφημη Ἀππία ὁδὸ εἶδε μπροστά του τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τὸν ἐρώτησε: «Quo Vadis, δηλαδὴ «ποῦ πηγαίνεις;». Τότε ὁ ἔνθερμος Ἀπόστολος  κατάλαβε πὼς ἡ φυγή του αὐτὴ ἰσοδυναμοῦσε μὲ νέα ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ μὲ δάκρυα  στὰ μάτια ἐγύρισε πίσω καὶ συνελήφθη καὶ καταδικάσθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο παρακάλεσε τοὺς δημίους του νὰ τὸν σταυρώσουν ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, διότι, ὅπως εἶπε, δὲν ἐθεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ σταυρωθεῖ σὰν τὸν ἠγαπημένο Δάσκαλο καὶ Θεό του! Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Χριστό, τὸ δὲ ἁγιασμένο λείψανό του τὸ περιμάζεψαν οἱ πιστοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ Βατικανὸ λόφο.
Ὁ τάφος του ἦταν ἁπλὸς καὶ πτωσικός. Ἐσκέπασαν τὸ τίμιο λείψανό του μὲ χῶμα καὶ μετὰ μὲ πλάκες ἀπὸ κεραμίδι σὲ σχῆμα ἀμφικλινές. Ἔτσι ἔθαπταν τότε τοὺς πολλούς, τοὺς πτωχοὺς στὴ Ρώμη. Τὸ μνῆμα τοῦ Πέτρου τὸ ἤξερε καλὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀνίκητος (155 – 166 μ.Χ.), περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἐτοποθέτησε μία μαρμάρινη πλάκα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὁποία ἐστήριξε σὲ δύο κιονίσκους μία τράπεζα μὲ μικρὴ κόγχη καὶ ὑποτυπῶδες ἀέτωμα. Γύρω της συνήρχοντο γιὰ προσευχὴ λίγοι Χριστιανοί, ἐνῶ στὸν ἱερὸ τόπο τῆς ταφῆς τοῦ Πέτρου συνάγονταν πολλοὶ προσκυνητὲς στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις  στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.
Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν δεξάμενος, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρωτόθρονος πέφηνας, τῶν Ἀποστόλων αὐτοῦ, καὶ πέτρα τῆς πίστεως· ὅθεν ὡς τῶν ἀρρήτων, κοινωνὸς καὶ αὐτόπτης, πᾶσιν εὐηγγελίσω, σωτηρίας τὸν λόγον· διό σε μεγαλύνομεν, Πέτρε Ἀπόστολε.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θεῖοι κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων πρωτόθρονος, καὶ μαθητὴς τοῦ Σωτῆρος θερμότατος, ἀπαύστως δυσώπει τὸν Κύριον, λυτροῦσθαι ἡμᾶς πάσης θλίψεως, Ἀπόστολε Πέτρε πανεύφημε.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοὺς ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Ἀποστόλων πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις κορυφαῖε μύστα Χριστοῦ, Ἀπόστολε Πέτρε, Ἀποστόλων ἡ καλλονή· χαίροις οἰκονόμε, τῶν δωρεῶν τῶν θείων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.

Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.Πέτρε θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.

αγιος ιωαννης της κροστανδης

Να θυμάσαι πάντα ότι η ζωή σου και η ευτυχία είναι δώρα του Θεού…
Να περνάς τη ζωή σου εδώ έτσι, ώστε κάθε στιγμή να είσαι έτοιμος να την αφήσεις.
Ποτέ σου να μην επιτρέψεις οι απολαύσεις να σε κάνουν να ξεχάσεις τον εαυτό σου και το Θεό.
Να θυμάσαι πάντα ότι η ζωή σου και η ευτυχία είναι δώρα του Θεού, δώρα που δε σου αξίζουν. Αμαρτία είναι όταν δεν απολαμβάνουμε σωστά αυτά τα δώρα, όπως και όταν ξεχνάμε ότι όλα όσα έχουμε στη ζωή μας είναι δώρα του Θεού.

Πάτερ Επουράνιε! Ας μην ξεχνάω ποτέ ότι όλα αυτά που έχω είναι δικά Σου.
Και αυτά τα δώρα που συνεχώς μου χαρίζεις, ας με κάνουν να Σε αγαπήσω περισσότερο και όχι να απομακρυνθώ από Σένα.

Πηγή:
Τὸ ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ
 
 
 
Ἂν ὑπάρχῃ, ἀγαπητοί μου, ἕνα ὄνομα, τὸ ὁποῖο ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ μποροῦμε νὰ προβάλλουμε στοὺς ἀπίστους ὅλων τῶν αἰώνων ὡς τὴν πλέον ἀκαταμάχητη ἀπόδειξι τῆς θείας προελεύσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, τῆς καταπληκτικῆς ἐπιρροῆς ποὺ ἐξασκεῖ ἐπάνω στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, αὐτὸ τὸ ὄνομα δὲν μπορεῖ νὰ εἶνε ἄλλο παρὰ τὸ ὄνομα Παῦλος.

Παῦλος! Τί ἦταν; Ὁ φανατικώτερος διώκτης τῆς θρησκείας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πιὸ ἀδιάλλακτος ἐχθρὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Φαρισαῖος ἀπὸ τοὺς πιὸ μορφωμένους, ἀκοίμητος κέρβερος τῶν ἰουδαϊκῶν παραδόσεων. Ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον καθενὸς ποὺ θὰ τολμοῦσε ν᾽ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος καὶ τῆς ἐλαχίστης ἰουδαϊκῆς παραδόσεως. Θεωρώντας τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ναζωραίου ὡς τοὺς πιὸ ἄσπονδους ἐχθροὺς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, εἶχε συσσωρεύσει στὴν καρδιά του ὁ νεαρὸς αὐτὸς φαρισαῖος ἀπερίγραπτο μῖσος κατὰ τῶν Χριστιανῶν
.Δὲν κοιμόταν παρὰ μόνο ὅταν στὸ ἐνεργητι-κὸ τῆς ἡμέρας του εἶχε νὰ παρουσιάσῃ καὶνέες συλλήψεις ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ, τοὺςὁποίους ὁ ἴδιος ἀνακάλυπτε σὲ κάθε γωνίατῆς πόλεως τῶν Ἰεροσολύμων, τοὺς συνε-λάμβανε καὶ τοὺς ἔρριχνε στὶς φυλακές.Δὲν ἔβλεπε τοὺς Χριστιανοὺς ὡς ἀνθρώπους· τοὺς ἔβλεπε ὅπως βλέπει ὁ δήμιος τὰθύματά του.
 
Οἱ Χριστιανοὶ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἐξαλειφθοῦν ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. Κάθε Χριστιανὸς γιὰ τὸν Παῦλο ἦταν προγεγραμμένος. Ἀδιάλλακτος ἐχθρὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ, δὲν δεχόταν κανένα συμβιβασμό. Τὸ μῖσος του αὐξανόταν μέρα μὲ τὴν ἡμέρα καὶ στὴν καρδιά του εἶχε πλέον κορυφωθῆ σὲ βαθμὸ λύσσας .Αὐτὸς ἦταν ὁ Παῦλος. Ἀλλὰ ξαφνικὰ αὐτός, ὁ ὑπ᾿ ἀριθμὸν ἕνα φανατικὸς ἐχθρὸς τῶν Χριστιανῶν τῶν Ἰεροσολύμων καὶ τῶν περιχώρων, μεταβάλλεται στὸν ὑπ᾿ ἀριθμὸν ἕνα θερμὸ φίλο καὶ προστάτη τῶν Χριστιανῶν ὅλης τῆς γῆς. Ἡ μυστηριώδης αὐτὴ μεταβολή, ποὺ ἄλλη σπουδαιότερη ἀπ᾿ αὐτὴν δὲν ἔχει ν᾿ ἀναφέρῃ ἡ δισχιλιετὴς παγκόσμιος ἱστορία, προκαλεῖ κατάπληξι στὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα.Πρῶτοι οἱ συμπατριῶτες του Ἰουδαῖοι μένουν ἐκστατικοί. Αὐτὸς λοιπὸν εἶνε ὁ Παῦλος; διερωτῶνται. Δοκιμάζουν κατάπληξι · κατάπληξι πιὸ μεγάλη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ θὰ δοκίμαζαν ἂν ἔβλεπαν τὸν ἥλιο ν᾿ ἀλλάζῃ τροχιὰ καὶ νὰ κάνῃ τὴ δύσι ἀνατολὴ καὶ τὴν ἀνατολὴ δύσι.
 
Ἡ ἀλλαγὴ εἶνε ἀνεξήγητη .Πῶς νὰ ἐξηγηθῇ ψυχολογικά; Τί εἶνε ἐκεῖνο ποὺ τόσο ῥαγδαῖα καὶ καταλυτικὰ ἐπέδρασε στὴν ψυχὴ τοῦ Παύλου, ὥστε ἕνας ὁλόκληρος ἰδεολογικὸς κόσμος νὰ ὑποστῇ ῥιζικὴ ἀνατροπὴ καὶ ἕνας νέος κόσμος νὰ προβάλῃ μέσα του καὶ νὰ τὴν κατακτᾷ ἐξ ὁλοκλήρου; Τί μετέβαλε τὸν Παῦλο; Τὸ συμφέρον; Ἀλλὰ οἱ πρῶτοι μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχαν χρυσὸ καὶ ἄργυρο. Μήπως ἡ δόξα;  Ἀλλὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ ἐθεωρεῖτο τότε ὡς τὸ πλέον περιφρονημένο καὶ ἄτιμο ὄνομα τῆς ἐποχῆς. Ἀντιθέτως· δόξα καὶ συμφέροντα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶχε ἐξασφαλισμένα ὁ Παῦλος, ἐὰν παρέμενε στὸν Ἰουδαϊσμό.Τί λοιπὸν τὸν εἵλκυσε; Μήπως τὸ θάρρος ,μὲ τὸ ὁποῖο ἀντιμετώπιζαν τὰ πολυειδῆ μαρ-τύρια οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Χριστοῦ; Μήπως τὸ μαρτύριο τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου,στὴν ἐκτέλεσι τοῦ ὁποίου παρευρέθηκε ὁ ἴδιος φυλάγοντας τὰ ροῦχα ἐκείνων ποὺ λιθοβολοῦσαν τὸν μάρτυρα; Ἀλλὰ πῶς τότε, καὶ μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ πρωτομάρτυρος καὶ τόσων ἄλλων μαρτύρων, ἀντὶ νὰ μειώσῃ τὴν σφοδρότητα τοῦ διωγμοῦ, αὐτὸς μὲ μεγαλύτερη μανία ἐπιδίδεται στὴν ἐξοντωτικὴ ἐκστρατεία του κατὰ τῶν Χριστιανῶν;Ὄχι, καμμία ἐξήγησι, ἀπὸ ᾽κεῖνες ποὺ προβάλλουν οἱ ἀπιστοῦντες γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ αἴτια τῆς τεραστίας ψυχολογικῆς μεταβολῆς τοῦ Παύλου, δὲν μπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ.Καὶ μένει μόνο μία ἐξήγησις ποὺ μπορεῖ νὰ λύσῃ τὸ ψυχολογικὸ αὐτὸ πρόβλημα, ἐκείνη ποὺ τόσο ζωηρὰ μᾶς δίδει στὸ 9ο κεφάλαιο τὸ ἱστορικὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων . Ἡ μαρτυρία τοῦ βιβλίου αὐτοῦ περιβάλλεται μὲ κῦρος ἀπείρως μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ κῦρος τῆς ἱστορίας ἑνὸς Ἡροδότου καὶ ἑνὸς Θουκυδίδη.
Ἄπιστοι! Πιστεύετε στὸν Ἡρόδοτο καὶ στὸν Θουκυδίδη; παραδέχεστε τὰ γεγονότα ποὺ ἐκθέτουν αὐτοί; Γιατί λοιπὸν δείχνετε τόση δυσπιστία στὴ μαρτυρία τοῦ Θουκυδίδου τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ ζωή του ἐπιβεβαίωσε τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια τῶν θαυμασίων γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποστόλων του; Λάμπει τόση εἰλικρίνεια στὶς σελίδες τοῦ ἱστορικοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, ὥστε μόνο ἄνθρωπος προκατειλημμένος κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ μπορεῖ νὰ διαβάσῃ τὸ βιβλίο αὐτὸ χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ τὴ βαθειὰ ἐπίδρασι τῆς ἀληθείας. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶνε ἕνα ἱστορικὸ γεγονός .
 
Ἡ ἐξήγησι τοῦ μυστηρίου. Ὁ Λουκᾶς μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ Παῦλος, ἀφοῦ ἐφωδιάστηκε ἀπὸτὸν ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων μὲ συστατικὲς ἐπιστολὲς πρὸς τὶς συναγωγὲς τῆς Δαμασκοῦ, ξεκίνησε ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα μὲ τὴ συνοδεία ὁπλοφόρων ἀνδρῶν, γιὰ νὰ φθάσῃ στὴ Δαμασκὸ καὶ νὰ ἐπιχειρήσῃ ὁλοκληρωτικὴ ἐκρίζωσι τῆς μικρῆς ἐκεῖ χριστιανικῆς ἐκκλησίας.Βάδιζε ὁ τρομερὸς διώκτης τὴν μακρὰ ὁδὸ τῆς Δαμασκοῦ. Κατέστρωνε σχέδια ἐπὶ σχεδίων. Ἀνυπομονοῦσε νὰ φθάσῃ τὸ συντομώτερο. Λυσσοῦσε ἀπὸ τὴ μανία του, φλεγότανἀπὸ τὸ μῖσος. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ –ἔτσι νόμιζε τοὺς Χριστιανούς– πρέπει νὰ ἐκλείψουν. «Ζῆλος οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» (῾Ρωμ. 10,2).  –Θεέ τῶν πατέρων μου, βοήθα με στὸν ἀγῶνα αὐτόν, τὸν ὁποῖο ἀνέλαβα πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός σου! θὰ προσευχόταν μυστικὰ ἡ ψυχὴ τοῦ Παύλου, ὅταν τὰ βλέμματά του ἀπὸ ἀπόστασι λίγων χιλιομέτρων ἀντίκρυζαν τὴν περίφημη Δαμασκό.Ἀλλ᾿ ὤ τῶν ἀπείρων σου θαυμάτων, Ἰησοῦ Χριστέ! Λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ ἔδωσες τὴν νικηφόρο μάχη σου. Διότι ἐκεῖ συνέβη μία μάχη , μία ὑπερφυσικὴ πάλη, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ τοῦ Παύλου, ποὺ μέχρι ἐκείνη τὴστιγμὴ φαινόταν ἀτίθαση, ὑπέκυψε ἐμπρὸςστὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἐσταυρωμένου.Ἂς ἀφήσουμε τὸν ἴδιο τὸ ἀπόστολο Παῦλο νὰ ἐκθέσῃ τὸ σπουδαιότερο αὐτὸ γεγονὸςτῆς ζωῆς του, γεγονὸς ποὺ ἔγινε ἡ ἀφετηρία μιᾶς νέας ζωῆς·
«Ἐγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζοντι τῇ Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ  , ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; Ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην· Τίς εἶ, Κύριε; εἶπέ τε πρός με·Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις. Οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι. Εἶπον δέ· Τί ποιήσω, Κύριε; Ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· Ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι»(Πράξ. 22,6-10).
 
Ὕστερα, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὸ ὑπερφυσικὸ αὐτὸ ὅραμα ὁ Παῦλος ἄλλαξε ῥιζικά . Κάτωἀπὸ ἐκεῖνο τὸ φῶς γίνεται νέα ἀξιολόγησι τῆς ζωῆς στὴν ψυχὴ τοῦ Παύλου. Ὁ Χριστὸς γίνεται πλέον τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του.Ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ τώρα κινεῖ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξί του. Ἕνας πόθος φλογίζει τὴν καρδιά του·ὁ Χριστὸς νὰ θριαμβεύσῃ σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, νὰ ἐνθρονισθῇ στὴν καρδιὰ καὶ τοῦ τελευταίου ἐχθροῦ τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἔστω καὶ ἂν γιὰτὴ μετάνοια αὐτὴ χρειασθῇ ὁποιαδήποτε θυσία, ἀκόμη καὶ ν᾿ ἀνοίξῃ ὁλόκληρος ὁ ᾅδης νὰ καταπιῇ τὸν Παῦλο! Ὤ! Ἡ Ἐκκλησία, μέσα στοὺς εἴκοσι αἰῶνες ποὺ διέρρευσαν, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ποὺ πίστεψαν στὸ Χριστὸ καὶ ἀγωνίσθηκαν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶδε οὔτε θὰ δῇ ἄλλη φυσιογνωμία μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ φυσιογνωμία τοῦ ἀποστόλου Παύλου .Κάποιος εἶπε, ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος μετὰ τὸνἝνα . Καὶ θὰ μένῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὡς ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξι τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστιανισμοῦ. Διότι μόνο ὁ Χριστιανισμὸς κατέχει τὴν θεία ἐπιστήμη νὰ μεταβάλλῃ ῥιζικῶς τὶς καρδιές· νὰ μεταβάλλῃ τοὺς αἱμοβόρους λύκους σὲ ἥμερα πρόβατα τῆςποίμνης τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ν᾽ ἀναδεικνύῃ τοὺς υἱοὺς τοῦ σκότους σὲ υἱοὺς τοῦ φωτός, τὰ τέκνα τοῦ ᾅδου σὲ πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ.
 

Ἄρθρο στὸ περιοδικὸ «Ἀπολύτρωσις» στὴν καθαρεύουσα (τ. 6/Ἰούνιος 1946, σσ. 41-42) καὶ περιοδικὸ «Σταυρός» μεταγλωττισμένο στὴ δημοτική (τ. 291/1985, σσ. 81-83).