Εικόνα

«Η αγία Χαριτίνη έζησε επί βασιλείας Διοκλητιανού, όταν Κόμης ήταν ο Δομέτιος, ενώ η ίδια ήταν δούλη κάποιου Κλαυδίου. Ο Κόμης, επειδή άκουσε ότι ήταν χριστιανή, γράφει στον κύριό της να τη στείλει σ’  αυτόν προς εξέταση. Ο κύριός της, που ήταν και αυτός χριστιανός, λυπήθηκε πάρα πολύ, τόσο που ντύθηκε σάκκο και τη θρηνούσε. Η αγία όμως τον παρηγορούσε και του έλεγε: «Κύριέ μου, μη λυπάσαι, αλλά να χαίρεσαι, διότι θα θεωρηθώ ευπρόσδεκτη θυσία στον Θεό, και για τα δικά μου και για τα δικά σου πλημμελήματα». Ο Κλαύδιος τότε, αφού της είπε: «Να με θυμάσαι στον επουράνιο βασιλιά», την αποστέλλει στον Κόμητα. Όταν οδηγήθηκε εκεί και ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό, της ξύρισαν το κεφάλι και έριξαν πάνω σ’  αυτό  αναμμένα κάρβουνα. Έπειτα την έδεσαν σε βαριά πέτρα και την έριξαν στη θάλασσα. Αλλά αυτή, με τη χάρη του Θεού, εξήλθε και φάνηκε στον Κόμητα. Κι αφού τιμωρήθηκε και με πολλές άλλες τιμωρίες, της έβγαλαν τα νύχια των χεριών και των ποδιών, κι έτσι παρέθεσε το πνεύμα της στον Θεό».

Κι άλλοτε είχαμε σημειώσει ότι κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας το κάθε μαρτύριο που υφίσταται ένας μάρτυρας του Χριστού αντιστοιχεί σε κάτι ανάλογο από πλευράς πνευματικής. Με τα βάσανα δηλαδή που υφίσταται ο μάρτυρας, με τα οποία έμπρακτα μετέχει στον Σταυρό του Χριστού, κτυπά τον διάβολο και τα όργανά του, ενώ ο ίδιος γεμίζει από τις χάρες του ουρανού, παίρνει τα στεφάνια που ο Κύριος δίνει στους συνεπείς δούλους Του, βιώνει δηλαδή την άλλη όψη του Σταυρού, την Ανάσταση. Την πνευματική αυτή πραγματικότητα διαπιστώνουμε και στην αγία Χαριτίνη: ό,τι υφίστατο είχε και το αντίστοιχο πνευματικό αποτέλεσμα.  

«Των λεόντων συνέθλασας σιαγόνας, πολύαθλε, σιαγόνων φέρουσα τα συνθλάματα∙ των δε ονύχων εκρίζωσιν γενναίως υπήνεγκας, εκριζούσα τα δεινά της απάτης φρυάγματα∙ θαλαττίοις δε εν βυθοίς απερρίφης, την κακίαν υποβρύχιον ποιούσα του πονηρού πολεμήτορος». Δηλαδή: Σύτριψες τα σαγόνια των λιονταριών, καθώς υπέφερες τα συντρίμματα των δικών σου σαγονιών. Υπέφερες με γενναιότητα το ξερίζωμα των νυχιών σου, ξεριζώνοντας όμως τη φοβερή αλαζονεία της απάτης. Σε ρίξανε στον βυθό  της θάλασσας, πνίγοντας όμως κι εσύ την κακία του πονηρού διαβόλου.
 Έτσι αν ο διάβολος και οι πονηροί ακόλουθοί του μπορούσαν να δουν τη θετική έκβαση των παθών ενός μάρτυρα, θα σταμάταγαν αμέσως τα μαρτύριά του, γιατί δεν θα άντεχαν να βλέπουν ότι τα μαρτύρια αυτά γίνονταν «μπούμερανγκ» εναντίον τους. Κι η πιο τρανταχτή απόδειξη της αλήθειας αυτής ήταν βεβαίως ο Σταυρός του Κυρίου μας: με το Πάθος Του ελευθερωθήκαμε και λυτρωθήκαμε. Αλλά είναι γνωστό: ο Πονηρός και όλοι οι πονηροί συνεργάτες του δεν διακρίνονται για την εξυπνάδα τους. Πονηροί είναι και όλα τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν, ναι. Όχι όμως έξυπνοι, με την πραγματική σημασία του όρου: να μπορούν να βλέπουν τα πράγματα στο βάθος τους και να διακρίνουν το αληθινό συμφέρον και γι’  αυτούς.

Ο υμνογράφος βεβαίως, πέραν των παραπάνω, δεν χάνει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το ίδιο το όνομα της αγίας, προκειμένου να προβάλει δύο κατ’ αυτόν πολύ σημαντικά σημεία: Πρώτον, ότι η αγία Χαριτίνη ήταν γεμάτη από τη χάρη του αγίου Πνεύματος, η οποία την χαρίτωσε με τη χάρη του μαρτυρίου, ώστε να έχει τη δύναμη να χαριτώνει έπειτα και εμάς με τις πρεσβείες της προς τον Κύριο. «Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος σε χαριτώσασα», «Ταις σαις μου, ω Χαριτίνη, χάρισι, τον νουν χαρίτωσον, χαριτωθείσα άθλοις ιεροίς». Το μαρτύριο πράγματι ενός αγίου θεωρείται χάρη του Θεού, με το οποίο αποκτά τεράστια δύναμη ενώπιον του Θεού, προκειμένου να βοηθά και εμάς, τους εν τω κόσμω ακόμη ευρισκομένους χριστιανούς. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί ο οιοσδήποτε να υπομείνει τέτοια βάσανα, όχι, όπως έχουμε εξηγήσει και άλλοτε, με την έννοια ότι δεν τα υπομένουν και άλλοι άνθρωποι, ξένοι προς την πίστη του Χριστού, αλλά με την έννοια ότι ο μάρτυρας του Χριστού τα υπομένει χωρίς να χάνει την αγάπη του προς τον εχθρό του. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «ημίν εδόθη ου μόνον το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν».

Δεύτερον, ότι η αγία ήταν γεμάτη από τη χαρά που δίνει το Πνεύμα του Θεού. «Της χαράς ως επώνυμος, εν χαρά προσεχώρησας εις νυμφώνα, πάνσεμνε, τον ουράνιον». «Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος…χαροποιαίς εφαίδρυνε πλοκαίς και χαράν την αιώνιον κληρονομείν ενίσχυσεν». Η αγία ως επώνυμη της χαράς μπήκε με χαρά στον ουράνιο νυμφώνα. Το άγιο Πνεύμα, μέσα από τα μαρτύρια, την έκανε να χαίρεται με διάφορους τρόπους και την δυνάμωσε να κληρονομήσει και την αιώνια χαρά. Ο υμνογράφος, είπαμε, εκμεταλλεύεται το όνομά της, για να μας υπενθυμίσει ότι η χαρά είναι το χαρακτηριστικό του χριστιανού. Όχι όμως η χαρά, όπως κατανοείται από τον πεσμένο στην αμαρτία κόσμο: ως διασκέδαση με τις απολαύσεις του κόσμου, ως απομύζηση των τερπνών μόνο του βίου τούτου, που τις περισσότερες φορές όμως αφήνουν μέσα στην καρδιά του ανθρώπου τη στιφάδα του θανάτου. Αλλά η χαρά που έρχεται ως αποτέλεσμα της επιμονής και της πιστότητας του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού. Είναι η εμπειρία της Εκκλησίας μας και όλων των αγίων: θέλεις να χαίρεσαι με τη βαθειά και αναφαίρετη χαρά, που γεμίζει την καρδιά του ανθρώπου, έστω και μέσα από τις θλίψεις; Δεν έχεις παρά να τηρείς το θέλημα του Θεού, και μάλιστα την εντολή της αγάπης. Είναι μία πρόκληση, που αν κανείς δεν την πειραματιστεί στον εαυτό του, δεν πρόκειται ποτέ να την γευτεί. «Ο γαρ καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά…».


ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
 
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
   
Η πόλις των Αθηνών μπορεί να καυχιέται για την πληθώρα των αγίων που ανάδειξε στο διάβα των αιώνων. Ιδιαίτερα πρέπει να καυχιέται για τον άγιο Ιερομάρτυρα Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ο οποίος συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας.
   
Γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 10 π. Χ. και καταγόταν από επιφανή αθηναϊκή οικογένεια, η οποία φρόντισε να τον μορφώσει στις μεγάλες φιλοσοφικές σχολές του κλεινού άστεως, η οποία, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, βρισκόταν την εποχή εκείνη υπόδουλη στους Ρωμαίους, αλά διατηρούσε ακόμη την αίγλη της, έχοντας κάποια προνόμια, με σπουδαιότερο τη λειτουργία του Αρείου Πάγου. Ο Διονύσιος σπούδασε φιλοσοφία και κατέστη επίλεκτο μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας. Μάλιστα του δόθηκε η θέση ενός από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου.

       Αν και ζούσε σε μια «κατείδωλον» πόλη, όπου η ειδωλολατρία είχε εξαχρειώσει τα ήθη των κατοίκων στην εποχή του, ζούσε με σύνεση και καλλιεργούσε τις έμφυτες αρετές του. Ζούσε σαν Χριστιανός προτού γίνει Χριστιανός. Όλοι τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν, διότι στην άσκηση των καθηκόντων του απέδιδε δικαιοσύνη.
   
Περί το 33 μ. Χ. μετέβηκε στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου για ανώτερες μελέτες. Κάποιο ανοιξιάτικο μεσημέρι είδε ξαφνικά τον ήλιο να σβήνει, πυκνό πέπλο σκοταδιού να σκεπάζει όλη τη γη και να συγκλονίζεται από ισχυρό σεισμό. Ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας έπασχε στην Παλαιστίνη και γι’ αυτό συγκλονιζόταν ολάκερη η δημιουργία. Ο ευσεβής Διονύσιος απόρησε από το υπερφυσικό γεγονός και αναφώνησε: «Ή θεός τις πάσχει, ή το παν απόλλυται»! Μάλιστα σημείωσε τη χρονολογία, την ημέρα και την ώρα που έλαβε χώρα το συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο χαράχτηκε βαθιά στην ψυχή του και ζητούσε εξήγηση.
   
Μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του  γύρισε ξανά στην Αθήνα, στη θέση του αρεοπαγίτη, αποδίδοντας δικαιοσύνη. Περί το 49 μ. Χ. ήρθε στην Αθήνα ένας περίεργος φλογερός κήρυκας μιας νέας θρησκείας. Ήταν ο απόστολος Παύλος, ο οποίος κλήθηκε από τους Αθηναίους να αναπτύξει τις «σπερμολογίες» του από το βήμα του Αρείου Πάγου. Εκεί ο μεγάλος απόστολος ανάγγειλε στους Αθηναίους τον «Άγνωστο Θεό» τον Οποίο λάτρευαν, αν και τον αγνοούσαν. Μεταξύ των ακροατών του ήταν και ο αρεοπαγίτης Διονύσιος. Βεβαίως, το άμεσο αποτέλεσμα του υπέροχου εκείνου κηρύγματος, ήταν πενιχρό. Πίστεψαν μόνο ο Διονύσιος, μια γυναίκα η Δάμαρις και μερικοί άλλοι, όπως μας αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων.
   
Το κήρυγμα του Αποστόλου των Εθνών προξένησε ισχυρή εντύπωση στον ευσεβή Διονύσιο, ο λόγος του Θεού έγινε δεκτός και άρχισε να καρποφορεί στην αγαθή ψυχή του. Κάλεσε λοιπόν τον Παύλο στο σπίτι του όπου ζήτησε να μάθει περισσότερα για την νέα πίστη. Όταν ο Παύλος του διηγήθηκε τα συγκλονιστικά γεγονότα του Θείου Πάθους, θυμήθηκε τα υπερφυσικά γεγονότα που βίωσε στην Αίγυπτο. Βεβαιώθηκε λοιπόν ότι ο Θεός που έπασχε ήταν ο Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως ζήτησε από τον Παύλο να βαπτισθεί, μαζί με την οικογένειά του. Αυτή η απόφασή του οδήγησε και πολλούς άλλους Αθηναίους να αρνηθούν την ειδωλολατρική θρησκεία και να βαπτιστούν, απαρτίζοντας έτσι την πρώτη εκκλησία των Αθηνών, με πρώτο επίσκοπό της τον άγιο Ιερόθεο, έναν ευσεβέστατο Αθηναίο.
 
 Ο Διονύσιος αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι στην Εκκλησία του Χριστού. Τώρα πλέον οι αρετές που βίωνε δεν ήταν θεωρητικά σχήματα, αλλά ο ευαγγελικός νόμος. Μάλιστα, μετά το θάνατο του αγίου Ιεροθέου οι Αθηναίοι Χριστιανοί απαίτησαν να χειροτονηθεί επίσκοπός τους ο Διονύσιος. Ως επίσκοπος πια της λαμπρής Αθήνας
εργάστηκε με ζήλο για την ανάπτυξη της τοπικής εκκλησίας. Μέσα σε λίγα χρόνια μετέστρεψε πλήθος ειδωλολατρών στη νέα πίστη.
   
Σύμφωνα με την παράδοση πήγε στα Ιεροσόλυμα να γνωρίσει και να προσκυνήσει την Μητέρα του Κυρίου. Κήρυξε κατόπιν σε πολλές χώρες και κατόπιν γύρισε πάλι στην Αθήνα. Κατά την κοίμηση της Θεοτόκου, αρπάγη και αυτός σε νεφέλη, όπως οι άγιοι απόστολοι και παραβρέθηκε στην κηδεία της.
   
Αφού ποίμανε για πολλά χρόνια τον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών, θεώρησε ότι έπρεπε να συνεχίσει το υπόλοιπο  της ζωής του ως ιεραπόστολος. Πήγε στη Δύση και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, έκτισε μια μικρή εκκλησία, όπου την έκαμε κέντρο της ιεραποστολής του. Κήρυττε με θέρμη και ζήλο στους ειδωλολάτρες της περιοχής, όπου πολλοί εγκατέλειπαν τα είδωλα και ασπάζονταν την πίστη στο Χριστό, ιδρύοντας και εδραιώνοντας ισχυρή εκκλησία στην καρδιά της Ευρώπης.
   
Αλλά τα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη οι φοβεροί διωγμοί κατά των Χριστιανών από τους ειδωλολάτρες Ρωμαίους. Χιλιάδες πιστοί συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και θανατώνονταν με τους πλέον φρικτούς και επώδυνους τρόπους. Η δράση του αγίου επισκόπου των Παρισίων έγινε γνωστή στις ρωμαϊκές αρχές, τον κατήγγειλαν οι άθλιοι αδίστακτοι ειδωλολάτρες ιερείς δρυίδες, οι οποίοι συν τοις άλλοις πραγματοποιούσαν χιλιάδες ανθρωποθυσίες κατ’ έτος στους αιμοδιψείς δαιμονικούς «θεούς» τους. Τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα Δομετιανό (82-96), ότι αρνείται να σεβαστεί τον αυτοκράτορα και να λατρεύσει τους «θεούς» της αυτοκρατορίας, παρακινώντας και τους πολίτες να κάμουν το ίδιο. Συνελήφθη και σύρθηκε δέσμιος στον τοπικό διοικητή, ο οποίος προσπάθησε στην αρχή με κολακείες και στη συνέχεια με φοβέρες να αρνηθεί την πίστη του. Ο Διονύσιος, με πρωτοφανή ηρωισμό και παρρησία στηλίτευσε την ειδωλολατρική του πίστη, η οποία λατρεύει «θεούς» θηριώδεις, κακούργους και ανήθικους.
   
Μετά τη γενναία απολογία του, αποφασίστηκε η θανατική του καταδίκη. Να αποκεφαλισθεί μαζί με τους ηρωικούς ακολούθους του Ρουστικό και Ελευθέριο. Αλλά αφού έκοψαν την τίμια κεφαλή του έγινε το απροσδόκητο: Ο άγιος ακέφαλος έσκυψε, πήρε στα  χέρια του το κεφάλι του και περπάτησε δύο μίλια, γεμίζοντας θαυμασμό τους δημίους του. Συνάντησε μια ευλαβή γυναίκα, ονόματι Κατούλα, στην οποία παρέδωσε την κεφαλή του. Εκείνη φρόντισε για την ταφή του Διονυσίου, καθώς και των άλλων δύο Μαρτύρων, κοντά στο Παρίσι. Η τιμία κάρα του βρίσκεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους.
   
Η Μνήμη του αγίου Διονυσίου, μαζί με τους άλλους δύο Μάρτυρες, εορτάζεται στις 3 Οκτωβρίου.
    
Επ’ ονόματι του αγίου Διονυσίου εμφανίστηκαν τον 5ο μ. Χ. αιώνα περισπούδαστα συγγράμματα ύψιστης θεολογικής αξίας, τα οποία πολλοί τα αποδίδουν σε άλλον συγγραφέα. Πρόκειται για τα περίφημα «Αρεοπαγιτικά Συγγράμματα», τα οποία αποτέλεσαν τη βάση της μυστικής Θεολογίας της Εκκλησίας μας.
 
 
Απόστολος: Β΄ Κορ. στ΄ 16-18, ζ΄1
Ευαγγέλιο: Λουκ. στ΄ 31-36
 
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών»
 
Το Ιερό Ευαγγέλιο που ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ένα μέρος από την περίφημη επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και μολονότι μικρή αυτή η περικοπή, περιέχει ύψιστα διδάγματα για μας τους χριστιανούς.

Και πρώτο είναι αυτό που ονομάστηκε «χρυσός κανόνας» της χριστιανικής ζωής και συμπεριφοράς. «Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι», μας λέει, «έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεσθε κι εσείς σ’ αυτούς». Μέσα από τις λίγες αυτές γραμμές αναπηδούν αλήθειες ύψιστης σημασίας και μέγιστης σπουδαιότητας. Αλήθειες που λύουν κατά τρόπο τέλειο το λεγόμενο κοινωνικό πρόβλημα με το οποίο ασχολούνται επί αιώνες σοφοί και νομοθέτες, χωρίς να επιτύχουν το επιθυμητό. Με τον ερχομό, όμως, του Κυρίου στον κόσμο και όσον αφορά στις σχέσεις μεταξύ μας, άρχισε να ισχύει μια νέα τάξη πραγμάτων. Δεν είναι πλέον αρκετές οι εκδηλώσεις της φυσικής καλοσύνης και ευγένειας. Τώρα δεν έχει και τόσο μεγάλη αξία να κάμνεις το καλό μόνο σε κάποιο που σε εκτιμά και σε αγαπά. Τώρα είναι αξιόλογη και θεάρεστη η διαγωγή σου, όταν αγαπάς και ευεργετείς ακόμα και τους εχθρούς σου. Γι’ αυτό και η αγάπη προς τους εχθρούς είναι το άλφα και το ωμέγα της πίστης μας. Με την ευκαιρία αυτή, καλό θα είναι να δούμε κι εμείς σήμερα, ποια είναι η σημασία της αρετής αυτής και πως είναι δυνατό να την αποκτήσουμε.
 
Είναι αλήθεια ότι αμέτρητοι και αναρίθμητοι είναι οι νόμοι και οι διατάξεις που εθέσπισαν οι άνθρωποι για να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο τελειότερος των σοφών της αρχαιότητος, ο περίφημος Σωκράτης, έφθασε στο σημείο να πει «ότι δεν πρέπει να εκδικείσαι  και να μισείς αυτόν, που σε μισεί και θέλει το κακό σου». Δεν μπόρεσε όμως να διανοηθεί και να πει ότι πρέπει και να τον αγαπάς. Έκτοτε πάρα πολλοί ασχολήθησαν και ασχολούνται μέχρι σήμερα με το θέμα αυτό. Αναρίθμητα τα άρθρα και τα διατάγματα που εψήφισαν και ψηφίζονται καθημερινά για να υπάρξει τάξη, ειρήνη, ευρυθμία και αρμονική συμβίωση στις διάφορες κοινωνίες. Πανδέκτες νόμων, κώδικες και καταστατικοί χάρτες, τελειοποιούνται κάθε τόσο και εκσυγχρονίζονται και τίθενται σ’ εφαρμογή, για την εξασφάλιση και περιφρούρηση  της ζωής, της τιμής, της περιουσίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι ειδικοί και νομομαθείς τα χάνουν μέσα στο λαβύρινθο αυτό και στον κυκεώνα των αμέτρητων νόμων. Και είναι λυπηρό ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες, τους μόχθους και τους κόπους τους τίποτε δεν κατόρθωσαν να κάμουν μέχρι τη στιγμή αυτή γιατί λείπει η αγάπη.
 
Όμως, το να αγαπούμε εκείνους που μας αγαπούν, μας λέει και πάλιν ο Κύριος, δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία, αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Επίσης το να κάμνουμε καλό σ’ εκείνους που μας ευεργετούν, είναι εύκολο και συνηθισμένο πράγμα. Άλλωστε και οι αμαρτωλοί κάμνουν το ίδιο πράγμα. Και ο Κύριος προχωρεί πέρα από αυτά. Αντίθετα, λεει, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάμνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Η εντολή αυτή είναι κάτι το πρωτάκουστο. Κάτι αντίθετο προς τα αισθήματα και τις τάσεις του φυσικού ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί να την αποδεχθεί ούτε και να την κατανοήσει, εφ’ όσο ζει έξω από την περιοχή της Θείας Χάριτος. Γιατί αυτός εννοεί και εφαρμόζει την πρωτόγονη δικαιοσύνη και τον νόμο της εκδίκησης και της ανταπόδοσης. Την εντολή αυτή της αγάπης, μόνο ο αναγεννημένος χριστιανός μπορεί να την εννοήσει και να την εφαρμόσει στην πράξη. Και τούτο γιατί μόνο ο χριστιανός θεωρεί την αμαρτία σαν ασθένεια και τον αμαρτωλό σαν ασθενή, άξιο, όχι εκδίκησης, μίσους και ανταπόδοσης του κακού, αλλά επιείκειας, αγάπης, θεραπείας και συγχώρησης.
 
Είναι λυπηρό, που για μια μερίδα ανθρώπων, η σπουδαιότατη αυτή αρετή είναι ουτοπία. Για μας τους Χριστιανούς, όμως, όχι μόνο είναι ουτοπία αλλά εκεί όπου υπάρχει το πνεύμα του Θεού είναι και γίνεται πραγματικότητα. Γιατί η αγάπη είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. Ε΄ 22). Και όταν ο άνθρωπος διαποτίζεται με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει τη δυνατότητα να αγαπήσει και τον εχθρό του. Με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος αποκτά την ψυχική δύναμη και το σθένος που απαιτούνται, για ν’ ανεβεί την υψηλή αυτή και δύσβατη κορυφή. Κι εδώ, αξίζει να θυμηθούμε το παράδειγμα του Αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου. Ο Άγιος, όπως, γνωρίζουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων, έδειξε τόσην αγάπη προς τους εχθρούς του, ώστε ενώ τον λιθοβολούσαν, προσευχόταν στο Θεό να μη λογαριάσει σ’ αυτούς την αμαρτία αυτή (Πράξ. Ζ΄,60). Και αυτό γιατί ο Άγιος ήταν ενωμένος με τη πηγή της δύναμης και του αγιασμού. Ήταν άνθρωπος πνευματικός και ακέραιος με την πλήρη έννοια των λέξεων. Και σαν τέτοιος εμπνεόταν από το Άγιο Πνεύμα σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του.
 
Το παράδειγμα του Αγίου Στεφάνου το μιμούνται κατόπιν και πολλοί άλλοι πανένδοξοι μάρτυρες και θεοφόροι Πατέρες και άγιοι της Εκκλησίας μας. Όλοι αυτοί παίρνουν δύναμη δια μέσου των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας από το Πανάγιο Πνεύμα και έχουν κάμει την αγάπη προς τους εχθρούς καθεστώς στη ζωή τους και πραγματικότητα, που προκαλεί θαυμασμό και αυτών των απίστων. Βέβαια, η θαυμαστή αυτή πραγματικότητα δεν προκαλείται μαγικά. Χρειάζεται προς τούτο και μεγάλη προσπάθεια από μέρους μας. Γιατί δεν είναι μόνο δώρο ουράνιο η αρετή. Είναι και κατόρθωμα του ανθρώπου. Κατόρθωμα ηρωϊκό που αρχίζει με τον πόλεμο κατά του εαυτού μας. Κατόρθωμα που απαιτεί γενναιότητα και αποφασιστικότητα και κόπο και αγώνα. Είναι ανάγκη να κτυπηθεί και να συντριβεί το εγώ, που θίγεται συνήθως και λυπείται και στεναχωρείται αμέσως με την εχθρική συμπεριφορά του άλλου. Μόνο όταν πέσει το οχυρό του εγωϊσμού, θα μπορέσουμε να αγαπήσουμε και τους εχθρούς μας.
 
Χρειάζεται, λοιπόν, υπομονητική και συστηματική καλλιέργεια της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης, για να πάρουμε κατόπιν και τον εύχυμο καρπό της αγάπης προς τους εχθρούς. Αν κατορθώσουμε, με την βοήθεια του Θεού, να μισήσουμε την ψυχή μας στον κόσμο αυτό (Ιωάνν. ΙΒ΄,25). Αν δηλαδή μάθουμε τον εαυτό μας να μην επιζητεί παντού και πάντοτε την άνεση και την ευκολία του, αλλά να ευχαριστείται με τον αγώνα και τις θυσίες για τον Χριστό, τότε είναι πολύ πιθανό ότι θα δοκιμάσουμε κι εμείς τη γλυκύτατη χαρά, που χαρίζει η αρετή που λέγεται αγάπη προς τους εχθρούς.
 
Αδελφοί μου! Με θλίψη βλέπουμε ότι στις μέρες μας επικρατεί όχι ο Νόμος του Ευαγγελίου αλλά ο νόμος της ζούγκλας. Βλέπουμε το δίκιο του ισχυρού και το μίσος να βασιλεύουν, δυστυχώς και σ’ αυτή την Ευρώπη, με αποτέλεσμα όλοι μας να έχουμε κυριευθεί από άγχος και αίσθημα ανασφάλειας. Το θλιβερό τούτο αποτέλεσμα της αποστασίας από τον Θεό, μας λέει ότι μόνο η δικαιοσύνη και η αγάπη, που ο Κύριος νομοθετεί, μπορούν να κάμουν ανθρώπινη και ειρηνική την ζωή μας. Ας ευχηθούμε, ο Πανάγαθος Θεός να φωτίσει τους ισχυρούς της γης να αλλάξουν νοοτροπία και να επικρατήσει στην γη η πολυπόθητη ειρήνη.

Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης Διονύσιος –Μητροπόλεως Πάφου

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
 
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 5 Ὀκτωβρίου 2014
 
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
 
Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ
ΤΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ
 
1. Ὅταν ὁ Χριστός, ἀδελφοί μου χριστιανοί, παρέδωσε στούς Ἀποστόλους, τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τήν θεία Λειτουργία δηλαδή, τούς διέταξε νά μήν ἐπιτελοῦν τό Μυστήριο αὐτό μέ κανένα ἄλλο εἶδος, παρά μόνο μέ ἄρτο καί μέ οἶνο, μεμιγμένο μέ νερό. Ἔτσι τό ἔκανε καί ὁ Κύριος, ὅταν πρώτη φορά ἐτέλεσε τό Μυστήριο αὐτό. Ἔτσι διαβάζουμε στήν θεία Λειτουργία τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου: «Ἐξ οἴνου κεράσας (τό ποτήριο) καί ἐξ ὕδατος». Γι᾽ αὐτό λοιπόν καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στόν Τρίτο Κανόνα τους, πού θέλω σήμερα νά σᾶς ἑρμηνεύσω, λέγουν ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, παραβαίνοντας τήν διάταξη τοῦ Κυρίου, πού διόρισε γιά τήν ἀναίμακτη θυσία τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἤθελε προσφέρει πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα ἄλλα εἴδη (δηλαδή μέλι, γάλα ἤ ἀντί γιά οἶνο νά προσφέρει ἄλλα ποτά πού προκαλοῦν μέθη, ὅπως εἶναι τό ρακί, ἤ νά προσφέρει ὄσπρια ἤ κάτι ἄλλο), γιά νά τελεστεῖ ἡ θεία Λειτουργία μ᾽ αὐτά, αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος καί ὁ Πρεσβύτερος – λέγει ὁ Κανόνας πού ἑρμηνεύουμε – νά καθαιρεῖται. 

Ἄς προσφέρονται ὅμως στό Θυσιαστήριο – συμπληρώνει ὁ Κανόνας – «νέα χίδρα», δηλαδή νέα στάχυα σιταριοῦ, ὅπως τό ἔκαναν καί οἱ Ἑβραῖοι στήν Παλαιά Διαθήκη (βλ. Λευιτ. 23,10.14), καί νά προσφέρονται καί σταφύλια. Ὄχι ὅμως νά προσφέρονται αὐτά γιά νά γίνει ἡ θεία Λειτουργία – ποτέ, ποτέ αὐτό –, ἀλλά νά προσφέρονται σάν «ἀπαρχές», σάν πρωτοφανήσιμοι δηλαδή καρποί στόν καιρό πού ὡρίμασαν, ὡς εὐχαριστήρια προσφορά στόν Θεό πού τούς ἔδωσε. Ἀκόμη – λέγει τέλος ὁ Κανόνας – ἐπιτρέπεται νά προσφέρει κανείς στό ἅγιο Βῆμα (ὅπου εἶναι τό Θυσιαστήριο) λάδι γιά τά κανδήλια καί θυμίαμα στόν καιρό πού τελεῖται ἡ θεία λατρεία.
 
2. Καί τώρα, χριστιανοί μου, ἄς σχολιάσω μερικά ἀπό τόν ἀποστολικό αὐτόν Κανόνα πού ἑρμηνεύουμε:
 
(α) Γιατί ὁ Κανόνας ἀπαγορεύει νά πηγαίνουμε ὡς ἀφιέρωμα στό Θυσιαστήριο ὄσπρια ἤ ἄλλο ὀπωρικό, παρά μόνο σιτάρι καί σταφύλια; Ἡ ἀπάντηση εἶναι γιατί ἀπό τό σιτάρι βγαίνει ὁ ἄρτος καί ἀπό τό σταφύλι βγαίνει ὁ οἶνος καί μέ αὐτά τά δύο εἴδη, τόν ἄρτο καί τόν οἶνο, τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἐπειδή λοιπόν ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος ἔχουν αὐτήν τήν μεγάλη καί ὑψίστη τιμή νά τελεῖται δι᾽ αὐτῶν ἡ θεία Λειτουργία, γι᾽ αὐτό στό Ἱερό Βῆμα ἐπιτρέπεται νά προσφέρονται μόνο στάχυα σίτου καί σταφύλια. Ἀπό τήν ἄδεια δέ τοῦ Κανόνα νά προσφέρονται στό Θυσιαστήριο οἱ πρωτοφανήσιμες σταφυλές ὡς «ἀπαρχές», γι᾽ αὐτό κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παλαιότερα, ἀλλά κατά τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως, ὅπως ἀργότερα ἐπικράτησε, προσφέρονται καί σήμερα ἀπό τούς χριστιανούς στό Ἱερό Βῆμα σταφυλές καί εὐλογοῦνται ἀπό τόν Ἱερέα.
 
(β) Μέ ἄρτο καί οἶνο μόνο τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία, ἀλλά ὁ οἶνος, εἴπαμε, πρέπει νά εἶναι μεμιγμένος μέ ὕδωρ. Αὐτή τήν θεία Τροφή τήν προφήτευσε σαφέστερα ἀπό ὅλους τούς Προφῆτες ὁ σοφός Σολομών, ὁ ὁποῖος στό 9ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του «Παροιμίες Σολομῶντος» παριστάνει τήν ἐνυπόστατο Σοφία τοῦ Θεοῦ νά λέγει: «Ἔλθετε, φάγετε τῶν ἐμῶν ἄρτων καί πίετε οἶνον, ὅν ἐκέρασα ὑμῖν». Τήν φράση ὅμως «ὅν ἐκέρασα ὑμῖν» ἡ Ἀραβική μετάφραση τήν ἔχει «μεμιγμένο μέ νερό». Πρέπει νά ξέρουμε, χριστιανοί, ὅτι ἡ ἕνωση τοῦ οἴνου μέ τό ὕδωρ τό Ἅγιο Ποτήρι γίνεται μιά φορά στήν θεία Λειτουργία. Γίνεται στήν Πρόθεση, ὅταν ὁ ἱερέας κάνει τήν Προσκομιδή. Τό ὕδωρ πού χύνεται στό Ἅγιο Ποτῆρι κατά τό Κοινωνικό λέγεται «ζέον» καί χύνεται γιά ἄλλη αἰτία. Σᾶς τήν λέγω: Ὅταν τήν Μεγάλη Παρασκευή ὁ στρατιώτης ἐλόγχευσε τήν πλευρά τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου μας, τότε συνέβηκε τό ἑξῆς: Πρῶτον μέν, ὅτι ἡ πλευρά αὐτή ἀνέβλυσε αἷμα καί ὕδωρ· δεύτερο δέ, ὅτι αὐτά τά στοιχεῖα, τό αἷμα καί τό ὕδωρ, ἦταν ζεστά καί ζωντανά· σάν ἡ πλευρά ἐκείνη νά ἦταν ζῶσα καί ζωοποιός γιά τήν καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωση τῆς ζωοποιοῦ Θεότητος, ὅπως λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Συμεών. Γιά τήν παράσταση λοιπόν τοῦ πρώτου φαινομένου νομοθετήθηκε νά βάλλουν οἱ Ἱερεῖς οἶνο καί ὕδωρ στό Ἅγιο Ποτήριο, πράγμα πού γίνεται κατά τήν Προσκομιδή. Γιά τήν παράσταση δέ τοῦ δευτέρου θαυμαστοῦ φαινομόνου διατάχθηκε τό ὕδωρ πού χύνεται στό ἅγιο Ποτήριο στό Κοινωνικό μέ τό «ζέον», νά εἶναι κοχλάζον, γιά νά ζεσταίνει ὅλο τό Ἅγιο Ποτήριο καί νά εἶναι ζεστή ἡ θεία Κοινωνία. Ἔτσι ὁ πιστός πού μεταλαμβάνει θά ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι λαμβάνει τήν θεία Κοινωνία ἀπό τήν ἴδια τήν ζωντανή πλευρά τοῦ Κυρίου.
 
(γ) Ὁ Κανόνας λέει νά προσφέρουμε στό Θυσιαστήριο ἔλαιο γιά φωτισμό (γιά τά καντήλια) καί θυμίαμα γιά τήν θεία λατρεία. Αὐτό βέβαια τό κάνουμε καί στά σπίτια μας, πού πρέπει νά τά ἔχουμε σάν μιά «κατ᾽ οἶκον Ἐκκλησία». Στά σπίτια μας, σάν χριστιανοί Ὀρθόδοξοι, πρέπει νά ἀνάβουμε καντήλι καί πρέπει νά θυμιάζουμε τά ἱερά εἰκονίσματά μας καί ὅλο τόν οἶκο μας. Ἀπό αὐτό ὅμως λαμβάνω σήμερα τήν εὐκαιρία νά πῶ κάτι πού ἔχω παρατηρήσει νά γίνεται ἀπό πολλές χριστιανές κυρίες, ὄχι μόνο στήν ἐπαρχία μας ἀλλά καί ἀλλοῦ καί σ᾽ αὐτήν τήν Ἀθήνα. Ὅταν, χριστιανοί μου, ἀνάβετε τό καρβουνάκι γιά νά θυμιάσετε, νά τό ἀφήνετε νά ἀνάψει καλά ἤ νά τό φυσᾶτε νά κοκκινίζει πρῶτα καλά καί ἔπειτα νά βάζετε σ᾽ αὐτό τό λιβάνι. Γιατί συμβαίνει μόλις ἀνάβετε τό καρβουνάκι, χωρίς καλά-καλά αὐτό νά ἀνάψει καί νά κοκκινίσει, βάζετε πάνω του τό λιβάνι καί ἔτσι δέν ἀποδίδεται ἡ ὡραία ὀσμή τοῦ θυμιάματος. Καί ὅταν πάλι μιά ἄλλη φορά θέλετε νά θυμιάσετε, νά ἀδειάζετε πρῶτα τά ἐναπομείναντα στό θυμιατό ἀπό τήν προηγούμενη θυμίαση καί ἔπειτα νά ἀνάβετε τό καινούργιο καρβουνάκι. Γιατί, ἄν δέν τό κάνετε αὐτό, θά ἀναδίδεται καπνός ἀπό τό προηγούμενο καέν θυμίαμα καί δέν θά εἶναι εὔοσμο τό νέο θυμίαμα.
 
3. Τέλος ὁ Κανόνας πού ἑρμηνεύσαμε, ὁ Τρίτος Ἀποστολικός, λέει ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἀντί γιά ἄρτο καί οἶνο προσφέρει στό Θυσιαστήριο ἄλλα τινά, ὄσπρια ἤ μεθυστικά ποτά ἤ γάλα, ὅπως εἴπαμε, αὐτός «καθαιρείσθω». Νά καθαιρεῖται δηλαδή. Ὅπως τό λέει ὅμως ὁ Κανόνας σημαίνει ὅτι ὁ παραβάτης Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος δέν εἶναι καθηρημένος μετά τήν παράβασή του, ἀλλά εἶναι καθηρημένος ὅταν ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων τοῦ ἐπιβάλλει τήν τιμωρία αὐτή. Τό «καθαιρείσθω» τοῦ Κανόνα ἀπευθύνεται πρός τήν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν. Ἔτσι, γιά νά τό ποῦμε τώρα γενικά, ὅταν ἕνας ἱερεύς κάνει μία παράβαση, πού τιμωρεῖται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες μέ καθαίρεση, τά ἱερά Μυστήρια πού τελεῖ ὁ ἱερεύς αὐτός μετά τήν παράβασή του θεωροῦνται ἔγκυρα, μέχρις ὅτου λάβει τήν καθαίρεση ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο. «Ὅθεν – λέει ἐπί λέξει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης – σφάλλουσι μεγάλως ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι ὁποῦ λέγουσιν, ὅτι εἰς τούς παρόντας καιρούς ὅλοι οἱ παρά Κανόνας χειροτονηθέντες ἱερωμένοι εἶναι ἐνεργείᾳ καθηρημένοι. Ἱεροκατήγορος γλῶσσα εἶναι ἐκείνη ὁπού ἀνοήτως τά τοιαῦτα λόγια φλυαρεῖ, μή νοοῦσα ὅτι ἡ προσταγή τῶν Κανόνων, χωρίς τήν ἔμπρακτον ἐνέργειαν τοῦ β´ προσώπου, ἤγουν τῆς Συνόδου, εἶναι ἀτέλεστος, ἀμέσως καί πρό κρίσεως μή ἐνεργοῦσα καθ᾽ ἑαυτήν»! (Στήν ἑρμηνεία τοῦ Τρίτου Ἀποστολικοῦ Κανόνα).
 
Μέ πολλές εχές,
 
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
 
Πῶς πρέπει νὰ ζοῦμε;
 
«Εἶπεν ὁ Κύριος· Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31)
 
(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
 
Υπάρχουν, ἀγαπητοί μου, ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κατηγοροῦν συνεχῶς. Καὶ τί λένε; Μία ἀπὸ τὶς κατηγορίες εἶνε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀνταποκρίνεται στὶς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν, εἶνε ξένη στὶς ταλαιπωρίες τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου· ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ τὴν πέραν τοῦ τάφου ζωὴ καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν παροῦσα· ὅτι μὲ τὰ κηρύγματα περὶ παραδείσου καὶ κολάσεως στρέφει τὸ νοῦ στὸ μεταφυσικὸ κόσμο καὶ ὑπνωτίζει τὸ λαό, ποὺ πέφτει θῦμα διαφόρων ἐκμεταλλευτῶν. Τί ἔχουμε ν᾿ ἀπαντήσουμε;

Ἀπαντοῦμε. Ἡ Ἐκκλησία δὲ θὰ παύσῃ νὰ κηρύττῃ, ὅτι πέραν τοῦ τάφου ὑπάρχει ζωή, αἰώνιος ζωή, κι ὅτι ἡ παροῦσα ζωὴ ἐν συγκρίσει μὲ τὴν αἰωνιότητα εἶνε μία σταγόνα τοῦ ὠκεανοῦ. Ἀλλ᾿ ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία δείχνει τὸν οὐρανὸ καὶ λέει ὅτι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶνε ἡ αἰωνιότης, ἐν τούτοις δὲν παύει νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ γιὰ τὴν παροῦσα ζωή. Κηρύττει, ὅτι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ στὴν αἰώνιο ζωή, ἂν δὲν ζήσῃ ἐδῶ, τὰ λίγα αὐτὰ χρόνια ποὺ τοῦ ὥρισε ὁ Μεγαλοδύναμος, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του τὸ ἅγιο. Ἡ ἐπίγειος ζωὴ δίνει τὸ εἰσιτήριο γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ πίστις μας κηρύττει τὴν ἀξία τῆς παρούσης ζωῆς.
 
Ζῇς σὰν κτῆνος; τότε εἶνε κλειστὲς οἱ πύλες τοῦ παραδείσου· ὅπως λέει κάπου ὁ ποιητὴς Δάντης, δὲν μποροῦν νὰ εἰσέλθουν ἐκεῖ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν βορβορώδη τὴν ψυχή. Ἕνα χοῖρο δὲν τὸν βάζεις στὸ σαλόνι, καὶ στὸ παλάτι τοῦ Θεοῦ, τὸ σαλόνι τῆς αἰωνιότητος, δὲ μπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ μία ψυχὴ κτηνώδης καὶ ἀκάθαρτη. Πρέπει νὰ ζῇς σὰν ἄνθρωπος. «Ἀλήθεια, χαριτωμένο πλάσμα ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶνε ἄνθρωπος», ὅπως ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας (Μένανδρος). Τὰ πόδια σου θὰ πατοῦν ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ τὰ μάτια σου νὰ τά ᾿χῃς στραμμένα στὸν οὐρανό. Νὰ ζῇς ἀνεβαίνοντας διαρκῶς τὴν κλίμακα τῆς τελειοποιήσεως, τῆς θεώσεως, ὥστε νὰ γίνῃς υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς κατὰ χάριν.
Ἡ πίστι μας λοιπὸν δὲν περιφρονεῖ τὴν ἐπίγειο ζωή. Γιὰ μᾶς ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶνε βάθρο τῆς αἰωνιότητος. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ Χριστὸς δίνει μεγάλη σημασία στὴν ἐπίγειο ζωή, στὸ πῶς θὰ ζήσουμε, εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει;
 
Τὸ εὐαγγέλιο θεσπίζει ἕνα νόμο, ποὺ ῥυθμίζει τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Εἶνε νόμος ἄριστος. Δὲ μοιάζει μὲ τοὺς ἐλλιπεῖς νόμους τῶν κοινοβουλίων τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ μοιάζουν μὲ φάμπρικες. Ὅπως ὁ φοῦρνος βγάζει καρβέλια, ἔτσι τὰ κοινοβούλια τῶν κρατῶν βγάζουν νόμους. Ἀφ᾿ ὅτου ἐμεῖς γίναμε ἐλεύθερο κράτος, ἔχουμε βγάλει ―γιά μετρῆστε― 20.000 νόμους! ὑπὸ συνταγματικὴν βασιλείαν, ὑπὸ δημοκρατίαν, ὑπὸ δικτατορίαν, ὑπὸ ὀχλοκρατίαν… Χιλιάδες νόμοι, μὲ ἄρθρα, μὲ παραγράφους, μὲ διατάξεις. Νόμοι στρυφνοί, ποὺ σπᾶνε τὰ κεφάλια τους νομικοὶ καὶ ἀρεοπαγῖτες γιὰ νὰ τοὺς δώσουν κάποια ἑρμηνεία.
 
Νόμοι ἀτελεῖς. Ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ Κυρίου; Τέλειος. Καὶ ἁπλός· μόνο δώδεκα λέξεις! Καὶ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ ζυγίσουμε τὴν ἀξία τους. Εἶνε ὁ νόμος ποὺ λύνει ὅλα τὰ προβλήματα. Ἀκοῦστε τὶς δώδεκα λέξεις του· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31). Ὦ ἄνθρωποι, λέει, ὅπως θέλετε νὰ συμπεριφέρωνται οἱ ἄλλοι σ᾿ ἐσᾶς, ἔτσι νὰ συμπεριφέρεστε κ᾿ ἐσεῖς σ᾿ αὐτούς. Ὑπάρχει νόμος ἁπλούστερος καὶ εὐκολώτερος; Τὸν καταλαβαίνουν καὶ οἱ πιὸ ἀγράμματοι.
 
Ἂν καὶ εἶνε τόσο εὐκολονόητος, ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα, ποὺ δείχνουν ἀξία του.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, εἶνε διπλός, ψυχὴ καὶ σῶμα. Γι᾿ αὐτὸ ἔχει καὶ πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες. Γιὰ νὰ ζήσῃ πάνω στὴ γῆ, χρειάζεται ὡρισμένα πράγματα. Είτε βασιλιᾶς εἶσαι είτε ἀσκητὴς είτε Διογένης μέσα στὸ πιθάρι σου, ἔχεις ἀνάγκες. Ποιές εἶν᾿ αὐτές;
Ἡ περιουσία. Ὅταν λέμε περιουσία, δὲν ἐννοοῦμε μεγάλα κεφάλαια, ἑταιρεῖες καὶ ἐπιχειρήσεις ἀπὸ ἀτιμίες καὶ κλεψιές. Ὄχι, τέτοια περιουσία δὲν εὐλογεῖ ὁ Χριστός. Εὐλογεῖ τὸ γεωργό, τὸ βοσκό, τὸν ἐργάτη, τὸν ὑπάλληλο, τὸ στρατιώτη, τὸν ἀξιωματικό…, κάθε ἐργασία ποὺ γίνεται μὲ ἱδρῶτα. Εὐλογεῖ τὶς μικρὲς τίμιες οἰκονομίες. Προτιμότερο φτωχὸς μὲ τὸ Χριστὸ παρὰ ἑκατομμυριοῦχος μὲ τὸ διάβολο. Ἀλλ᾿ ὅσο φτωχὸς καὶ νὰ εἶσαι, θὰ ἔχῃς μιὰ καλύβα, ἕνα ζευγάρι παπούτσια, ἕνα ροῦχο, μερικὰ χρήματα γιὰ τ᾿ ἀναγκαῖα. Καὶ σ᾿ ἐρωτᾷ τώρα ὁ Χριστός· Θέλεις ὁ ἄλλος νὰ κλέψῃ τὸ πορτοφόλι σου; νὰ σὲ ἀδικήσῃ; νὰ ἐργάζεσαι καὶ νὰ μὴ σὲ πληρώνῃ; Θέλεις νὰ πάῃ τὴ νύχτα στὸ κτῆμα σου καὶ νὰ ξεῤῥιζώσῃ τὰ δέντρα; νὰ βάλῃ φωτιὰ νὰ κάψῃ τὴν καλύβα σου; γενικὰ νὰ σὲ ζημιώσῃ; Δὲ θέλεις. Ὅπως λοιπὸν ἐσὺ δὲ θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σὲ ζημιώσῃ στὴν περιουσία σου, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀδικῇς καὶ νὰ ζημιώνῃς τὸν ἄλλο.
 
Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὴν περιουσία εἶνε κάποιο ἄλλο ἀγαθό· εἶνε ἡ ζωή, ἡ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μᾶς ἐρωτᾷ ὁ Κύριος· Θέλεις ὁ ἄλλος νὰ νοθεύῃ τὸ γάλα ἢ ἄλλα τρόφιμα; Θέλεις στὸ φαγητό σου νὰ ῥίξῃ δηλητήριο; Θέλεις νὰ δημιουργῇ κλῖμα ἀνθυγιεινὸ εἰς βάρος σου; Θέλεις νὰ πάρῃ κλαδευτήρι, νὰ σοῦ κόψῃ τ᾿ αὐτὶ ἢ τὴ μύτη, νὰ σοῦ ξεῤῥιζώσῃ τὴ γλῶσσα, νὰ σὲ ἀκρωτηριάσῃ, νὰ μείνῃς ἀνάπηρος; Θέλεις νὰ πάρῃ πιστόλι νὰ σὲ σκοτώσῃ; Ὄχι ὄχι, ἀπαντοῦν ὅλοι ἀνεξαιρέτως. Ἔ λοιπόν, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ «ὄχι» θεμελιώνεται ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅπως ἐσὺ θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σεβαστῇ τὴ ζωή σου, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ νὰ σεβαστῇς τὴ ζωή του, ποὺ εἶνε ἡ βάσι τῆς ὑπάρξεως.
 
Τὸ ἕνα λοιπὸν εἶνε ἡ περιουσία, τὸ ἄλλο ἡ ζωή. Παραπάνω ὅμως κι ἀπὸ τὰ λεφτὰ κι ἀπὸ τὴ ζωὴ ―γιὰ μᾶς τοὐλάχιστον τοὺς Ἕλληνες― εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἡ τιμή, ἡ ὑπόληψις τοῦ καθενὸς καὶ τῆς οἰκογενείας. Καὶ πάλι σ᾿ ἐρωτᾷ ὁ Κύριος· Θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σὲ κατηγορῇ στὸ καφενεῖο καὶ νὰ σὲ διασύρῃ; Θέλεις νὰ πάρῃ ψεύτικο ὅρκο στὸ δικαστήριο καὶ νὰ σὲ παραστήσῃ ἔνοχο; Θέλεις νὰ εἶσαι ἐσὺ στὸ ἐξωτερικό, καὶ νὰ γράψῃ κάποιος στὴ γυναῖκα σου ὅτι ἀσωτεύεις; Θέλεις, τὴν ὥρα ποὺ εἶσαι στὴ δουλειά, νὰ τρυπώσῃ ὁ ἄλλος στὸ σπίτι σου σὰν τὸ φίδι καὶ νὰ ἀτιμάσῃ τὴ γυναῖκα σου, τὴν κόρη σου, τὴν ἀδερφή σου; Τὰ θέλεις αὐτά; Ὄχι ὄχι! ἀπαντᾷ ἡ ἁγνὴ ψυχὴ τοῦ Ἕλληνος, ποὺ πάντοτε ὑπεράνω τοῦ χρήματος καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς ἔθετε τὸ φιλότιμο, τὴν τιμὴ καὶ ὑπόληψι. Ὅπως λοιπὸν ἐσὺ δὲ θέλεις ὁ ἄλλος νὰ θίξῃ τὴν οἰκογενειακή σου τιμή, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ μὴ θίξῃς τὴν τιμὴ καὶ ὑπόληψί του.
Αὐτὰ ποὺ είπαμε εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἡ μία ὄψις τοῦ νομίσματος, ἡ ἀρνητικὴ πλευρά. Ὑπάρχει καὶ ἡ θετικὴ πλευρά. Ποιά δηλαδή; Ἐσύ, ὄχι μόνο δὲ θέλεις νὰ σοῦ κάνῃ ὁ ἄλλος κακό, ἀλλὰ θέλεις καὶ νὰ σοῦ κάνῃ καλό. Πεινᾷς; θέλεις νὰ σοῦ δώσῃ ψωμί. Διψᾷς; θέλεις νὰ σοῦ δώσῃ νερό. Εἶσαι γυμνός; θέλεις νὰ σοῦ δώσῃ ἕνα ροῦχο. Εἶσαι ἄρρωστος; θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σὲ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ σοῦ δώσῃ φάρμακο. Πέθανε κάποιος δικός σου; θέλεις οἱ ἄλλοι νὰ ἔρθουν νὰ σὲ παρηγορήσουν. Ἔ λοιπόν· ὅπως στὶς δυσκολίες σου περιμένεις οἱ ἄλλοι νὰ σπεύδουν κοντά σου, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ νὰ σπεύδῃς κοντά τους στὶς δυσκολίες τους.
Πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ νόμο ἂς στηρίξουμε τὶς σχέσεις μας μὲ ὅλους. Ὠνομάστηκε «χρυσοῦς κανών». Καὶ λένε, ὅτι ἕνας αὐτοκράτωρ τοῦ πρώτου αἰῶνος μετὰ Χριστόν, ἀπ᾿ ὅλους τοὺς νόμους ποὺ τοῦ ὑπέδειξαν οἱ σοφοί του, προέκρινε αὐτόν, τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ, καὶ διέταξε νὰ τὸν γράψουν σὲ πινακίδες παντοῦ· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».
 
Ἂν εἶχα δικαίωμα, θὰ πήγαινα στὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ποὺ δὲ βρίσκουν λύσεις καὶ τὰ προβλήματά τους ἔγιναν κουβάρι μπερδεμένο, καὶ πάνω ἀπὸ ᾿κεῖ ποὺ συνεδριάζουν θὰ ἔγραφα· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Διότι αὐτὸ ἔχει ἐφαρμογὴ γιὰ ἄτομα, γιὰ οἰκογένειες, πολὺ δὲ περισσότερο γιὰ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα ἔθνη. Ἐὰν ἐφαρμοζόταν, τότε αὐτὴ ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.
Καὶ ἔπειτα λένε, ὅτι τάχα τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἐπίγειο ζωή; Ὄχι. Τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε κι ὁ Κοραῆς, εἶνε ἡ συνταγὴ τῆς ἐπιγείου καὶ οὐρανίου εὐτυχίας.
Θέλεις νὰ ζήσῃς εὐτυχής; Θέλει ἡ οἰκογένεια, ἡ κοινωνία, τὰ ἔθνη νὰ ζήσουν εὐτυχεῖς καὶ πάνω στὰ πλάτη καὶ μήκη τοῦ πλανήτου μας νὰ πετᾷ πάντοτε τὸ περιστέρι τῆς εἰρήνης; Αὐτὸ τὸ νόμο ἂς τηρήσουμε. Τότε εἰρήνη καὶ εὐτυχία θὰ βασιλεύῃ, πρὸς δόξαν τῆς Ἐκκλησίας, εἰρήνην τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ εὐτυχίαν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 2-10-1977 με άλλο τίτλο.

TO ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Γενικά περί το δόγματος
 
1. Ἄν μᾶς ρωτήσουν τί πιστεύουμε γιά τόν Θεό μας, ἄς ἑνώσουμε τά τρία δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ μας χεριοῦ, ὅπως ὅταν κάνουμε τόν Σταυρό μας, καί νά ποῦμε: Αὐτό πιστεύουμε γιά τόν Θεό μας. Τά τρία δάκτυλα δηλώνουν τά τρία Πρόσωπα τῆς θεότητος· εἶναι διαφορετικά πρόσωπα, ἀλλά ἑνωμένα. Ὁ Θεός μας εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα: Ὁ Πατέρας, Ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιος καί ἀχώριστος. Στόν Θεό μας, λέει ὁ ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ, ὑπάρχει «πραγματική διαφοροποίηση καί ἀληθινή ἑνότητα». Ἀκόμη στόν Θεός μας ἔχουμε ὄχι μόνο ἑνότητα, ἀλλά καί «κοινωνία». Στόν Θεό μας ἔχουμε ἑνότητα τριῶν Προσώπων μέ κοινωνία μεταξύ τους. Εἶναι τρία ἴσα Πρόσωπα, πού τό καθένα κατοικεῖ μέσα στά ἄλλα δύο.

2. Τό Τριαδικό δόγμα εἶναι σπουδαιότατο, εἶναι «τό κεφάλαιο τῆς πίστεως», ὅπως τό λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος· γιατί ὁ σκοπός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι νά βιώσουμε αὐτό τό δόγμα. Νά γίνουμε ὅλοι ἕνα συνεπαρμένοι τελείως μέσα στόν κύκλο τῆς ἀγάπης πού ὑπάρχει στόν Θεό. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός τήν νύχτα προτοῦ νά σταυρωθεῖ προσευχήθηκε στόν Πατέρα Του καί εἶπε: «Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς Σύ, Πάτερ, ἐν Ἐμοί κἀγώ ἐν Σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν Ἡμῖν ἕν ὦσιν» (Ἰωάν. 17,21).
Μπορεῖ κάποιος νά ἐρωτήσει: Γιατί νά πιστεύουμε τόν Θεό ὡς τρία πρόσωπα καί ὄχι ἕνα; Σ᾽ αὐτό θά ἀπαντήσουμε μέ τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, πού γνωρίζουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ὁ Θεός μας κατά τήν Ἁγία Γραφή εἶναι πρόσωπο καί ἀγάπη (βλ. Ἐξ. 3,14. Α´ Ἰωάν. 4,8). Καί ὁ ἄνθρωπος, ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καί αὐτός πρόσωπο καί ἀγάπη. Καί τό πρόσωπο, μέ τήν ἰδιότητα τῆς ἀγάπης, θέλει νά ἔχει ἀγαπητική κοινωνία μέ ἄλλα πρόσωπα. Ἔτσι ἔχουμε τήν ἔννοια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐπειδή, λοιπόν, πιστεύουμε τόν Θεό ὡς πρόσωπο καί ὄχι ὡς μιά ἀφηρημένη δύναμη καί ἐπειδή ἀκόμη τόν πιστεύουμε ὡς ἀγάπη, γι᾽ αὐτό τόν πιστεύουμε ὡς Τριαδικό.1
 
3. Τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι θεμελιῶδες δόγμα τῆς πίστης μας. Τά ἄλλα μεγάλα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας καί πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα τό δόγμα τῆς Λύτρωσής μας, βασίζονται πάνω σ᾽ αὐτό τό δόγμα. Λόγω αὐτῆς τῆς εἰδικῆς σπουδαιότητας πού ἔχει αὐτό τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό συναντᾶμε σ᾽ ὅλα τά Σύμβολα τῆς πίστης μας καί σ᾽ ὅλες τίς ἰδιωτικές ὁμολογίες πού γράφτηκαν σέ διάφορες περιπτώσεις ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί σ᾽ ὅλους τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάθε λατρευτική ἀκολουθία ἀρχίζει μέ τήν Ἁγία Τριάδα καί τελειώνει μέ τήν Ἁγία Τριάδα. Οἱ κανόνες τῶν ἑορτῶν καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας τελειώνουν μέ ὕμνο στήν Ἁγία Τριάδα (τό «Δόξα Πατρί...»)  καί στήν Παναγία μας (τό «Καί νῦν καί ἀεί...»).
Τό δόγμα τῆς Παναγίας Τριάδος, ὅπως εἶναι τό σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα τά δόγματα τῆς πίστης μας, ἔτσι εἶναι καί τό περισσότερο ἀκατάληπτο στό περιορισμένο ἀνθρώπινο πνεῦμα μας. Γι᾽ αὐτό καί οἱ μεγαλύτεροι ἀγῶνες πού δόθηκαν στήν παλαιά Ἐκκλησία ἦταν γιά τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί γιά τίς ἀλήθειες πού συνδέονται ἄμεσα μέ τό δόγμα αὐτό.
 
4. Τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος περιλαμβάνει δυό θεμελιώδεις ἀλήθειες:
Α. Ὁ Θεός εἶναι τρία Πρόσωπα, ἀλλά ἑνωμένα στήν μία θεία Οὐσία. Εἶναι ὁμοούσια. Ἤ, γιά νά τό ποῦμε διαφορετικά, ὁ Θεός εἶναι ἕνας στήν Οὐσία, ἀλλά εἶναι Τρισυπόστατος, εἶναι δηλαδή τρία τά Πρόσωπα τῆς θεότητας.
Β. Τά τρία θεῖα Πρόσωπα, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἄν καί εἶναι ὁμοούσια καί ἔχουν τίς ἴδιες θεῖες ἰδιότητες, ὅμως ἔχουν καί προσωπικά ἰδιώματα. Τά ἰδιώματα αὐτά δέν εἶναι κοινά καί τῶν τριῶν Προσώπων, γι᾽ αὐτό τά λέμε «ἀκοινοποίητα» ἰδιώματα· ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος· ὁ Υἱός γεννᾶται ἀπό τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες καλοῦν τήν Ἁγία Τριάδα Μονάδα ἐν Τριάδι, μιά Τρισυπόστατη Ἑνότητα. Πολλές φορές, προσευχές πού ἀπευθύνονται σέ ἕνα Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος τελειώνουν μέ δοξολογία καί πρός τά Τρία Πρόσωπα· γιά παράδειγμα: Ἀναφερόμενοι στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό λέγομε, «Ὧι πρέπει πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις»· καί συνεχίζοντας λέγομε: «Σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί τῷ Παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ Αὐτοῦ Πνεύματι νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη στήν Ἁγία Τριάδα κατά τήν λατρεία τήν ἐπικαλεῖται στόν ἑνικό καί ὄχι στόν πληθυντικό ἀριθμό, λόγω τῆς μιᾶς θείας Οὐσίας. Γιά παράδειγμα: «Ὅτι Σέ (καί ὄχι «Ὑμᾶς») αἰνοῦσι πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν καί Σοί (καί ὄχι «Ὑμῖν») τήν δόξαν ἀναπέμπουσι, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
 
5. Ἀναγνωρίζοντας τήν μυστική φύση αὐτοῦ τοῦ δόγματος ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ βλέπει σ᾽ αὐτό μιά μεγάλη ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία ἐξαίρει τήν πίστη μας ὡς ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπό κάθε μονοθεϊσμό, τόν ὁποῖο βρίσκουμε καί σέ θρησκεῖες πέρα ἀπό τόν χριστιανισμό. Τό Τριαδικό δόγμα δηλώνει τήν πληρότητα τῆς μυστικῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς στόν Θεό, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἐπεκτείνεται μόνο στόν δημιουργηθέντα ἀπ᾽ Αὐτόν κόσμο, ἀλλά βιώνεται πρῶτα μεταξύ τῶν Τριῶν θείων Προσώπων. Τό δόγμα τῶν Τριῶν θείων Προσώπων δηλώνει ἐπίσης πιό δυνατά σέ μᾶς τήν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο: ὁ Θεός εἶναι «πάνω» ἀπό μᾶς, ὁ Θεός εἶναι «μέ» μας, ὁ Θεός εἶναι «σέ» μᾶς καί σ᾽ ὅλη τήν δημιουργία.
«Πάνω» ἀπό μᾶς εἶναι ὁ Θεός Πατέρας, γιατί εἶναι ἡ πάντοτε ζῶσα Πηγή, ὅπως τό ψάλλουμε στήν θεία λατρεία· εἶναι ἡ ἀρχή ὅλων τῶν ὄντων, εἶναι ὁ Πατέρας τοῦ ἐλέους, πού ἀγαπᾶ καί φροντίζει γιά μᾶς, τά κατά χάρη τέκνα Του.
«Μέ» μᾶς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὁ Ὁποῖος γιά τήν σωτηρία μας σαρκώθηκε καί γνωρίσαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια ὅτι ὁ Θεός εἶναι μαζί μας (Ματθ. 1,23), πολύ κοντά μας, ἀφοῦ ἔγινε ἄνθρωπος (Ἑβρ. 2,14).
«Σέ» μᾶς καί σέ ὅλη τήν δημιουργία, μέ τήν Χάρη Του καί τήν δύναμή Του, εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πληροῖ ὅλα τά πράγματα, εἶναι ὁ Δοτήρας τῆς ζωῆς, ὁ Παράκλητος, ὁ Θησαυρός καί Πηγή ὅλων τῶν πραγμάτων. Τά Τρία θεῖα Πρόσωπα ἔχουν αἰώνια καί προαιώνια ὕπαρξη καί φανερώθηκαν στόν κόσμο μέ τήν Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὅτι εἶναι «μία Δύναμις, μία Οὐσία, μία Θεότης» (Στιχηρά τῆς Πεντηκοστῆς).
Ἀλλά, ἄν καί ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μία Θεότης, ἕνας μόνος Θεός, ὅμως ὁ καθένας τους προαιώνια εἶναι ἕνα ξεχωριστό πρόσωπο. Ὁ Τριαδικός Θεός, λοιπόν, πρέπει νά περιγραφεῖ ὡς «τρία πρόσωπα σέ μιά οὐσία».
Στόν Θεό ὑπάρχει αἰώνια ἀληθινή ἑνότητα καί αὐτό τό δείχνει ὁ ὅρος «οὐσία», γιατί μία μόνο θεία οὐσία ὑπάρχει στόν Θεό· ἡ ἀληθινή ὅμως αὐτή ἑνότητα στόν Θεό συνδυάζεται καί μέ αὐθεντικά προσωπική διαφοροποίηση, ὅπως τό δείχνει ὁ ὅρος «πρόσωπο».
Οἱ ἐκφράσεις «Πατέρας», «Υἱός» καί «Πνεῦμα» δέν εἶναι «τρόποι» ἤ «διαθέσεις» τῆς θεότητας, δέν εἶναι μάσκες (ἄς ἐπιτραπεῖ νά τό ποῦμε ἔτσι), πού ὁ Θεός προσλαμβάνει γιά ἕνα διάστημα γιά τίς συναλλαγές του μέ τήν δημιουργία καί μετά τίς ἐγκαταλείπει. Οἱ ἐκφράσεις δηλώνουν τρία, ἰσότιμα καί συναΐδια, πρόσωπα. Ἕνας ἀνθρώπινος πατέρας εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τό παιδί του, ἀλλά ὅταν μιλᾶμε γιά τόν Θεό ὡς «Πατέρα» καί «Υἱό» δέν πρέπει νά κατανοοῦμε τούς ὅρους μέ τήν ἀνθρώπινη ἔννοια. Γιά τόν Υἱό πιστεύουμε ὅτι δέν ὑπῆρξε χρόνος κατά τόν ὁποῖο δέν ὑπῆρχε. Τό ἴδιο πιστεύουμε καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Καθένα ἀπό τά τρία θεῖα Πρόσωπα εἶναι πλήρης καί τέλειος Θεός. Κάθε θεῖο Πρόσωπο δέν εἶναι περισσότερο ἤ λιγότερο Θεός ἀπό τά ἄλλα δύο. Τό κάθε Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος κατέχει ὄχι τό ἕνα τρίτο τῆς θεότητας, ἀλλά ὁλόκληρη τήν θεότητα· ὅμως, τό κάθε θεῖο Πρόσωπο ζεῖ καί εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ θεότητα, μέ τόν δικό του διακριτικό καί προσωπικό τρόπο.
 
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Βλ. Ἐπισκόπου Καλλίστου Γουέαρ, Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΡΟΜΟΣ (ἐκδόσεις «Ἑπτάλοφος») σ. 33 ἑξ.